Είναι αυτή η ιδανική λύση για απώλεια βάρους; Τα μυστικά της διαλειμματικής νηστείας

Διαλειμματική νηστεία: Τα μυστικά της αυτοφαγίας και οι κίνδυνοι που παραμονεύουν

Υγεία
Δημοσιεύθηκε  · 3 λεπτά ανάγνωση

Η διαλειμματική νηστεία έχει μετατραπεί σε παγκόσμιο φαινόμενο, προβάλλοντας την ανατρεπτική ιδέα ότι η υγεία δεν εξαρτάται μόνο από το τι τρώμε, αλλά κυρίως από το πότε το τρώμε. Από κορυφαίους διευθύνοντες συμβούλους μέχρι πολιτικούς ηγέτες, όπως ο πρώην πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου, Ρίσι Σούνακ, ο οποίος ξεκινά την εβδομάδα του με 36 ώρες νηστείας, η μέθοδος αυτή κερδίζει διαρκώς έδαφος. Ωστόσο, πίσω από τη λάμψη της δημοσιότητας, οι ειδικοί κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου, επισημαίνοντας ότι η παράλειψη γευμάτων δεν αποτελεί πάντα την ιδανική λύση για το αδυνάτισμα.

Η φιλοσοφία της βασίζεται στον χρονικό περιορισμό της τροφής, με το μοντέλο 16:8 να κυριαρχεί, όπου το άτομο μένει νηστικό για 16 ώρες και καταναλώνει τα γεύματά του μέσα σε ένα οκτάωρο παράθυρο. Εναλλακτικά, η δίαιτα 5:2 εστιάζει στην ποσότητα, επιτρέποντας κανονική σίτιση για πέντε ημέρες και δραστική μείωση θερμίδων στις δύο υπόλοιπες. Η Rachel Clarkson, ιδρύτρια της The DNA Dietitian στο Λονδίνο, εκφράζει τις επιφυλάξεις της: "Η χρονικά περιορισμένη σίτιση χρησιμοποιείται ως εργαλείο απώλειας βάρους, αλλά δεν είναι η αγαπημένη μου προσέγγιση. Μειώνεις θερμίδες, αλλά δεν μαθαίνεις την ουσιαστική αλλαγή συμπεριφοράς σχετικά με το τι βάζεις στο σώμα σου". Η ίδια προειδοποιεί πως η έλλειψη διατροφικής εκπαίδευσης οδηγεί συχνά στην επανάκτηση του βάρους, ενώ το αίσθημα στέρησης μπορεί να προκαλέσει επεισόδια υπερφαγίας.

Το πραγματικό ενδιαφέρον των επιστημόνων επικεντρώνεται στην αυτοφαγία, έναν εσωτερικό μηχανισμό «ανακύκλωσης» των κυττάρων. Κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας, το σώμα απομακρύνει φθαρμένες δομές, όπως κατεστραμμένα μιτοχόνδρια ή τον πυρήνα όπου φυλάσσεται το DNA, και δημιουργεί νέες πρωτεΐνες που προστατεύουν τον οργανισμό. Αν και μελέτες σε πειραματόζωα έχουν δείξει εντυπωσιακή παράταση της ζωής και ενίσχυση του ανοσοποιητικού, οι μακροχρόνιες έρευνες σε ανθρώπους παραμένουν περιορισμένες.

Η ενεργοποίηση της αυτοφαγίας συνδέεται άμεσα με τη μεταβολική κατάσταση της κέτωσης. Όταν τα αποθέματα γλυκογόνου εξαντλούνται, ο οργανισμός στρέφεται στις κετόνες, που παράγονται από το ήπαρ. Αυτή η μετάβαση, που συνήθως συμβαίνει 12 με 24 ώρες μετά το τελευταίο γεύμα, επηρεάζεται από τη γενετική, τη φυσική δραστηριότητα και τη διατροφή. Μια αδημοσίευτη μελέτη σε 20.000 ενήλικες στις ΗΠΑ, που παρουσιάστηκε από την American Heart Association τον Μάρτιο του 2024, προκάλεσε αίσθηση, καθώς έδειξε πως όσοι περιόριζαν την τροφή σε οκτώ ώρες είχαν αυξημένο κίνδυνο θανάτου από καρδιαγγειακά νοσήματα σε σχέση με όσους έτρωγαν σε διάστημα 12-16 ωρών.

Παράλληλα, η διαχείριση της πείνας παραμένει μια πρόκληση που ρυθμίζεται από ορμόνες όπως η γκρελίνη, που ανοίγει την όρεξη, και η λεπτίνη, που την καταστέλλει. Η σωστή ενυδάτωση μπορεί να απαλύνει το αίσθημα της πείνας, ειδικά κατά τις πρώτες εβδομάδες προσαρμογής. Αν και η διαλειμματική νηστεία μπορεί να προσφέρει οφέλη στην κυτταρική επιδιόρθωση, ειδικά καθώς μεγαλώνουμε, δεν αποτελεί «μαγικό ραβδί». Η επιτυχία της κρύβεται στην εξατομίκευση και στην ποιότητα της τροφής, καθώς τίποτα δεν μπορεί να αντικαταστήσει μια πραγματικά ισορροπημένη διατροφή.