Αλτσχάιμερ: Νέα εξέταση αίματος προβλέπει πότε θα εμφανιστούν τα πρώτα συμπτώματα

Αλτσχάιμερ: Η νέα εξέταση αίματος που υπολογίζει πότε θα εμφανιστούν τα συμπτώματα

Υγεία
Δημοσιεύθηκε  · 2 λεπτά ανάγνωση

Η επιστήμη κάνει ένα τεράστιο άλμα στην κατανόηση της νόσου Αλτσχάιμερ, περνώντας από το ερώτημα του «αν» κάποιος θα νοσήσει, στην ακριβή πρόβλεψη του «πότε». Ερευνητές στις ΗΠΑ δημιούργησαν μια πρωτοποριακή εξέταση αίματος που μπορεί να υπολογίσει με εντυπωσιακή ακρίβεια σε πόσα χρόνια θα εκδηλωθούν τα πρώτα συμπτώματα της νόσου, προσφέροντας ένα πολύτιμο παράθυρο ευκαιρίας για δράση πριν η βλάβη γίνει μόνιμη.

Η μελέτη, η οποία δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nature Medicine, εστιάζει στην πρωτεΐνη p-tau217. Καθώς η νόσος εξελίσσεται αθόρυβα στον εγκέφαλο, η συγκεκριμένη πρωτεΐνη εμφανίζει σταθερή αύξηση στο αίμα. Επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο της Ουάσινγκτον βασίστηκαν σε αυτό το μοτίβο για να αναπτύξουν τα λεγόμενα «clock models» – μαθηματικά εργαλεία που μετατρέπουν τα επίπεδα της πρωτεΐνης σε ένα εκτιμώμενο χρονοδιάγραμμα εμφάνισης συμπτωμάτων, με περιθώριο σφάλματος μόλις 3 έως 3,7 χρόνια.

Για την επικύρωση αυτής της μεθόδου, παρακολουθήθηκαν δύο ανεξάρτητες ομάδες ηλικιωμένων. Η πρώτη περιλάμβανε 258 άτομα με μέση ηλικία τα 67,7 έτη, ενώ στη δεύτερη συμμετείχαν 345 άτομα με μέση ηλικία τα 72,7 έτη. Μέσα από επαναλαμβανόμενες αιμοληψίες και κλινικές αξιολογήσεις ετών, αποδείχθηκε ότι η ακρίβεια διατηρείται σταθερή, ενώ η μέθοδος απέδωσε αποτελέσματα σε πέντε διαφορετικές εμπορικά διαθέσιμες εκδοχές της εξέτασης.

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ευρήματα αφορά τη σχέση ηλικίας και χρονοδιαγράμματος. Η μελέτη έδειξε ότι όσο μεγαλύτερος είναι ο εξεταζόμενος, τόσο πιο σύντομα αναμένεται η εμφάνιση συμπτωμάτων μετά από ένα θετικό τεστ. Ενδεικτικά, ένας 60χρονος με θετικό αποτέλεσμα στην εξέταση είχε μπροστά του περίπου 20 χρόνια μέχρι να εκδηλωθεί η νόσος, ενώ για έναν 80χρονο το διάστημα αυτό μειώνεται στα 11 χρόνια. Αυτή η διαφορά αποδίδεται στις φυσιολογικές αλλαγές του εγκεφάλου και στην «σιωπηλή περίοδο» κατά την οποία συσσωρεύονται πρωτεΐνες πριν εμφανιστούν τα γνωστικά συμπτώματα.

Η σημασία αυτού του εργαλείου είναι καθοριστική για τη διαμόρφωση κλινικών δοκιμών. Επιτρέποντας την ακριβή επιλογή συμμετεχόντων που βρίσκονται κοντά στην εμφάνιση συμπτωμάτων, οι δοκιμές μπορούν να γίνουν συντομότερες, φθηνότερες και πιθανόν πιο αποτελεσματικές. Ωστόσο, υπάρχουν περιορισμοί: τα μοντέλα λειτουργούν μόνο για συγκεκριμένο εύρος τιμών της πρωτεΐνης, ενώ η μελέτη περιλάμβανε κυρίως λευκούς συμμετέχοντες. Οι ερευνητές τονίζουν ότι η εξέταση δεν προορίζεται για προσωπική χρήση και η μέτρηση βιοδεικτών σε άτομα χωρίς συμπτώματα δεν συνιστάται εκτός ερευνητικού πλαισίου.