Χοληστερόλη: «Ανύπαρκτες» οι περισσότερες παρενέργειες που αποδίδονται στις στατίνες

Τι ισχύει τελικά για τις στατίνες; Η μεγάλη έρευνα που ανατρέπει τα δεδομένα

Υγεία
Δημοσιεύθηκε  · 2 λεπτά ανάγνωση

Συχνά ακούμε για φάρμακα που αποσύρονται ή κατηγορούνται για παρενέργειες χρόνια μετά την κυκλοφορία τους. Στην περίπτωση των στατινών, των δημοφιλών φαρμάκων κατά της χοληστερόλης, η επιστήμη φαίνεται να ακολουθεί την αντίστροφη πορεία: μια νέα, εκτενής μελέτη από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό The Lancet, «αθωώνει» τις στατίνες για την πλειονότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών που αναγράφονται στα φύλλα οδηγιών τους.

Η Κριστίνα Ράιτ, επικεφαλής της μελέτης, υπογράμμισε τη σημασία των ευρημάτων δηλώνοντας: «Οι στατίνες είναι σωτήρια φάρμακα που χρησιμοποιούντται από εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους τα τελευταία 30 χρόνια. Ωστόσο, οι ανησυχίες σχετικά με την ασφάλεια των στατινών έχουν αποθαρρύνει πολλούς ανθρώπους που διατρέχουν κίνδυνο σοβαρής αναπηρίας ή θανάτου από καρδιακή προσβολή ή εγκεφαλικό». Η ίδια πρόσθεσε πως «Η μελέτη μας παρέχει τη διαβεβαίωση ότι, για τους περισσότερους ανθρώπους, ο κίνδυνος παρενεργειών υπερταθμίζεται από τα οφέλη των στατινών».

Οι ερευνητές πραγματοποίησαν μια τεράστια μετα-ανάλυση, εξετάζοντας δεδομένα από 154.000 εθελοντές σε 23 τυχαιοποιημένες μελέτες με διάρκεια τουλάχιστον δύο ετών. Στο μικροσκόπιο μπήκαν πέντε δραστικές ουσίες – ατορβαστατίνη, φλουβαστατίνη, πραβαστατίνη, ροσουβαστατίνη και συμβαστατίνη – σε σύγκριση με εικονικό φάρμακο (placebo). Τα αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακά: από τις 66 πιθανές παρενέργειες που αναφέρονται συνήθως, μόνο πέντε εμφάνισαν ελαφρώς αυξημένο κίνδυνο.

Για τις υπόλοιπες 61 περιπτώσεις, όπως η απώλεια μνήμης, η κατάθλιψη, οι διαταραχές ύπνου, τα προβλήματα στύσης και οι γαστρεντερολογικές ενοχλήσεις, δεν βρέθηκε καμία απολύτως διαφορά ανάμεσα σε όσους λάμβαναν στατίνη και σε όσους έπαιρναν placebo. Ακόμα και σοβαρές παθήσεις όπως η ραβδομυόλυση παραμένουν εξαιρετικά σπάνιες, επηρεάζοντας μόλις έναν στους 10.000 ασθενείς, κυρίως κατά τον πρώτο χρόνο της θεραπείας.

Όσον αφορά άλλες ανησυχίες, οι αυξήσεις στο σάκχαρο του αίματος ήταν μικρές, ενώ το οίδημα στα άκρα αυξήθηκε μόλις κατά 0,07%. Παράλληλα, αν και παρατηρήθηκε μια ελάχιστη άνοδος στα ηπατικά ένζυμα (0,1%), αυτή δεν συνοδεύτηκε από αύξηση σε ηπατικές παθήσεις. Οι ερευνητές εκτιμούν ότι η σύγχυση που επικρατεί πηγάζει από παλαιότερες, μη τυχαιοποιημένες μελέτες που ενδέχεται να ήταν μεροληπτικές. Τελικά, η μείωση της «κακής» χοληστερόλης και η προστασία από έμφραγμα και εγκεφαλικό παραμένουν τα αδιαμφισβήτητα πλεονεκτήματα αυτών των σκευασμάτων.