Αποκαλύπτεται γιατί οι Έλληνες μαθητές δυσκολεύονται στα μαθηματικά της καθημερινής ζωής
Οι Έλληνες μαθητές φαίνεται πως έχουν κατακτήσει τη θεωρία των μαθηματικών, όμως η πραγματική πρόκληση ξεκινά όταν καλούνται να εφαρμόσουν αυτές τις γνώσεις σε προβλήματα της καθημερινής ζωής. Τα στοιχεία δείχνουν ότι η μαθηματική σκέψη και η πρακτική εφαρμογή αποτελούν το μεγάλο κενό του εκπαιδευτικού μας συστήματος.
Η κ. Ελένη Νόλκα, μαθηματικός και διδάκτωρ του Χαροκόπειου Πανεπιστημίου, επισημαίνει μια κρίσιμη πραγματικότητα: "Το επίπεδο του μαθηματικού εγγραμματισμού της πλειονότητας των μαθητών της χώρας μας είναι χαμηλό. Ο μαθηματικός εγγραμματισμός δεν ταυτίζεται με την απλή γνώση τύπων, κανόνων και διαδικασιών. Αναφέρεται στη λειτουργική χρήση των μαθηματικών: στην ικανότητα του ατόμου να κατανοεί δεδομένα, να ερμηνεύει πληροφορίες, να επιλύει ρεαλιστικά προβλήματα και να λαμβάνει τεκμηριωμένες αποφάσεις".
Η έρευνα, που διεξήχθη σε δείγμα 650 μαθητών από όλη την επικράτεια, εστίασε σε παιδιά που ολοκληρώνουν την υποχρεωτική εκπαίδευση. Οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να αναμετρηθούν με προβλήματα τύπου PISA, ενώ παράλληλα απάντησαν σε ερωτηματολόγια για το κοινωνικό τους υπόβαθρο και τη σχέση τους με το μάθημα. Τα ευρήματα είναι αποκαλυπτικά: το 52% των μαθητών παρουσιάζει χαμηλό επίπεδο εγγραμματισμού, το 37% κινείται σε μεσαία επίπεδα, και μόλις ένα μικρό 11% επιτυγχάνει υψηλές επιδόσεις.
Οι ανισότητες είναι έντονες και συνδέονται άμεσα με το κοινωνικο-οικονομικό προφίλ της οικογένειας. Το μορφωτικό επίπεδο των γονέων, η ύπαρξη βιβλίων και ψηφιακών μέσων στο σπίτι, ακόμα και η γεωγραφική θέση του σχολείου, παίζουν καθοριστικό ρόλο. Οι μαθητές των μεγάλων αστικών κέντρων υπερτερούν έναντι εκείνων των αγροτικών περιοχών, φέρνοντας στο φως τις βαθιές εκπαιδευτικές διαφορές που επικρατούν στη χώρα.
Πέρα από τους γνωστικούς παράγοντες, η έρευνα ανέδειξε τη σημασία της ψυχολογίας. Η κ. Νόλκα παρατηρεί: "Η πίστη ότι μπορούν να τα καταφέρουν σε μαθηματικές καταστάσεις αποτελεί έναν από τους ισχυρότερους θετικούς παράγοντες. Εξίσου καθοριστική αναδεικνύεται και η αυτοαντίληψη για τα μαθηματικά, δηλαδή η γενικότερη εικόνα που έχουν οι μαθητές για τον εαυτό τους ως καλούς ή αδύναμους στα μαθηματικά. Οι μαθητές με αρνητική αυτοαντίληψη αποφεύγουν τις απαιτητικές ασκήσεις, εγκαταλείπουν ευκολότερα την προσπάθεια, ακόμη και όταν διαθέτουν τις απαραίτητες γνωστικές βάσεις. Επίσης, σημαντικό ρόλο παίζουν η συνέπεια και η μεθοδικότητα με τις οποίες οι μαθητές αντιμετωπίζουν το μάθημα. Οσοι δηλώνουν ότι προσπαθούν συστηματικά και οργανωμένα εμφανίζουν σαφώς υψηλότερο επίπεδο μαθηματικού εγγραμματισμού".
Η ανάγκη για αλλαγή πλεύσης είναι επιτακτική. Σύμφωνα με την καθηγήτρια: "Σε μια εποχή όπου αριθμοί, ποσοστά, στατιστικές και γραφήματα κατακλύζουν την καθημερινότητά μας –από την οικονομία και την υγεία μέχρι την κλιματική κρίση– ο μαθηματικός εγγραμματισμός δεν αποτελεί πολυτέλεια, αλλά βασική δεξιότητα ζωής". Η ίδια, μέσα από το βιβλίο της που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Παπαζήση, προτείνει ένα νέο διδακτικό μοντέλο, καθώς εξηγεί: "το σχολείο φαίνεται να δίνει έμφαση κυρίως στη διδασκαλία των μαθηματικών ως σύνολο τεχνικών δεξιοτήτων και λιγότερο στη χρήση τους ως εργαλείο σκέψης. Ομως, ο μαθηματικός εγγραμματισμός δεν αναπτύσσεται αυτομάτως μέσα από την επίλυση τυποποιημένων ασκήσεων. Απαιτείται μια διαφορετική διδακτική προσέγγιση: περισσότερα προβλήματα πραγματικής ζωής, περισσότερη συζήτηση και ερμηνεία μέσα στην τάξη, λιγότερη μηχανική αναπαραγωγή διαδικασιών. Κυρίως απαιτείται η ουσιαστική αναγνώριση του μαθηματικού εγγραμματισμού ως κεντρικού στόχου της εκπαίδευσης στα μαθηματικά".