Τι αλλάζει στο καλάθι μας: Οι πλημμύρες στη Μεσόγειο απειλούν την επάρκεια τροφίμων
Οι εικόνες βιβλικής καταστροφής από τις πρόσφατες κατακλυσμιαίες βροχοπτώσεις στη Μεσόγειο και τη Βόρεια Αφρική δεν αφήνουν απλώς πίσω τους λάσπη και ερείπια, αλλά και ένα δυσοίωνο ερώτημα για το αύριο: πόσο θα ακριβύνει το φαγητό μας; Οι καλλιέργειες που τροφοδοτούν ολόκληρη την ήπειρο έχουν υποστεί βαρύτατα πλήγματα, γεννώντας εύλογο προβληματισμό για την επάρκεια της παραγωγής και τον κίνδυνο εκτόξευσης του πληθωρισμού τροφίμων.
Σύμφωνα με εκτενές άρθρο των Financial Times, οι ζημιές στην Ελλάδα, την Ισπανία, την Πορτογαλία, την Ιταλία και το Μαρόκο —τα λεγόμενα «περιβόλια της Ευρώπης»— απειλούν άμεσα τις χονδρικές αγορές και τις αλυσίδες εφοδιασμού των σούπερ μάρκετ. Ο David Barmes, ερευνητής στο London School of Economics, προειδοποιεί: «Όταν έχουμε τις πλημμύρες που βλέπουμε στην Ευρώπη και στη Βόρεια Αφρική, σε συνδυασμό με τον πολύ βροχερό χειμώνα εδώ στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν υπάρχει τρόπος να το αποφύγουμε: θα δούμε πίεση στις τιμές των λαχανικών και των φρούτων».
Η Ισπανία βίωσε τον πιο βροχερό Ιανουάριο των τελευταίων 25 ετών, με την ασφαλιστική ένωση Agroseguro να καταγράφει ήδη ζημιές σε 220.000 στρέμματα αγροτικών εκτάσεων. Ο υπουργός Γεωργίας της χώρας, Λουίς Πλάνας, δήλωσε πως η πληγείσα έκταση μπορεί να αποδειχθεί διπλάσια μόλις ολοκληρωθούν οι εκτιμήσεις. Η καταστροφή αφορά και τις υποδομές, όπως αρδευτικά δίκτυα, μηχανήματα και αγροτικούς δρόμους, επηρεάζοντας ακόμα και περιοχές που γλίτωσαν από το νερό. Στη δυτική Γαλλία, ορισμένες γεωργικές περιοχές αντιμετώπισαν 36 ημέρες συνεχούς βροχής, με τους ποταμούς Γκαρόν και Λίγηρα να υπερχειλίζουν σε οπωρώνες και αμπελώνες.
Στην Ανδαλουσία, η ένωση αγροτών Asaja εκτιμά ότι χάθηκε το 20% της συνολικής παραγωγής. Μόνο στην επαρχία της Κόρδοβα, οι απώλειες έφτασαν τα 700 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων 550 εκατ. αφορούν τους ελαιώνες, ενώ περαιτέρω ζημιές σημειώθηκαν στα δημητριακά και τα εσπεριδοειδή. Ο πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεζ επισκέφθηκε την πληγείσα πόλη Huétor Tájar, όπου ο δήμαρχος Fernando Delgado εξήγησε πως το 80% των κατοίκων εξαρτάται από την παραγωγή σπαραγγιών, με το ένα τρίτο της σοδειάς να είναι πλέον πλημμυρισμένο.
Η συγκέντρωση της παραγωγής σε λίγες περιοχές κάνει τις αγορές εξαιρετικά ευάλωτες. Τον περασμένο Ιανουάριο, η Ισπανία κάλυπτε πάνω από το 70% των εισαγωγών πιπεριάς και το 65% των αγγουριών στο Ηνωμένο Βασίλειο, ενώ το Μαρόκο παρείχε το ένα τρίτο των φραουλών. Ο Tom Lancaster της Energy and Climate Intelligence Unit σημειώνει πως «Η μεγαλύτερη και πιθανώς πιο άμεση επίδραση [από τις πρόσφατες καιρικές συνθήκες] είναι αυτή στα φρέσκα προϊόντα από την Ισπανία και το Μαρόκο», τονίζοντας πως «Εάν η προσφορά μειωθεί, οι αγοραστές ενδέχεται να βρεθούν να ανταγωνίζονται για μικρότερους όγκους». Πρόσθεσε επίσης ότι «Μπορεί επίσης να παρατηρηθεί επίδραση στην ποιότητα: τα φρούτα που έχουν υποστεί ζημιά από τις έντονες βροχές δεν μεταφέρονται ή δεν αποθηκεύονται τόσο καλά».
Στις Κάτω Χώρες, οι εισαγωγές από τις πληγείσες χώρες φτάνουν το 35%-40% στα φρέσκα λαχανικά. Ο Thijs Geijer, ανώτερος οικονομολόγος της ING, δήλωσε ότι «οι τιμές θα είναι υψηλότερες σε ετήσια βάση», προειδοποιώντας πως οι καταναλωτές θα δουν λιγότερες εκπτώσεις. Ο Barmes υπογραμμίζει πως οι πρόσφατες καταιγίδες εντάσσονται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο κλιματικών διαταραχών που τροφοδοτούν τον πληθωρισμό. «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα δούμε πίεση στις τιμές των τροφίμων αργότερα μέσα στο έτος, ακόμη και αν μέρος αυτής θα είναι πιο βραχυπρόθεσμο», ανέφερε, εξηγώντας ότι «είναι πολύ δύσκολο να αντικαταστήσουμε την Ισπανία και το Μαρόκο, ιδίως για ορισμένα είδη του χειμερινού καλαθιού λαχανικών, οπότε πιστεύω ότι θα δούμε αυτό τον [αντίκτυπο] πολύ σύντομα, και στη συνέχεια, πιθανότατα θα δούμε επιπτώσεις και στα φρούτα, και στη συνέχεια και στο κρέας και τα γαλακτοκομικά προϊόντα… και στο ελαιόλαδο».
Ακόμη και η Τράπεζα της Αγγλίας, στην έκθεση του Αυγούστου 2025, παραδέχεται ότι οι κλιματικές διαταραχές δυσκολεύουν την επιστροφή του πληθωρισμού στο στόχο του 2%. Ενώ η Ισπανία δεσμεύτηκε για ενισχύσεις 2,2 δισ. ευρώ και 600 εκατ. για υποδομές, οι ειδικοί θεωρούν το πρόβλημα δομικό. Όπως καταλήγει ο Barmes: «Πιστεύω ότι πραγματικά διαπιστώνουμε ότι δεν πρόκειται για μεμονωμένο φαινόμενο. Αυτού του είδους οι διαταραχές στην προσφορά που συνδέονται με το κλίμα γίνονται όλο και πιο συχνές, σοβαρές και γεωγραφικά εκτεταμένες».