«Ιβάνοφ»: Όλα όσα αποκαλύπτουν Χουβαρδάς και Ξάφης για τη νέα τους συνεργασία
Η συνάντηση δύο κορυφαίων μεγεθών της ελληνικής σκηνής, του σκηνοθέτη Γιάννη Χουβαρδά και του ηθοποιού Αργύρη Ξάφη, αποτελεί αναμφίβολα ένα καλλιτεχνικό γεγονός με ιδιαίτερο βάρος. Σε μια ατμοσφαιρική συζήτηση στην Πινακοθήκη Χατζηκυριάκου-Γκίκα, οι δύο δημιουργοί ξετύλιξαν το νήμα της μακρόχρονης συνεργασίας τους με αφορμή το ανέβασμα του έργου «Ιβάνοφ».
Ο Γιάννης Χουβαρδάς, αναλύοντας την απόφασή του να καταπιαστεί με το συγκεκριμένο έργο του Τσέχοφ, αποκάλυψε πως ενώ αρχικά προσανατολιζόταν προς τον «Βυσσινόκηπο», ένιωσε ότι ο «Ιβάνοφ» ταιριάζει περισσότερο στη σημερινή εποχή. Όπως εξήγησε, πρόκειται για ένα έργο που, αν και πρωτόλειο, προσφέρει μεγάλες δυνατότητες προσωπικής έκφρασης. Ο ήρωας είναι ένας άνθρωπος σε κατάθλιψη, ένας πρώην ιδεολόγος που πλέον έρχεται αντιμέτωπος με έναν κόσμο που κυνηγά το εφήμερο και το χρήμα. «Αγκυροβόλησα εκεί», σημειώνει ο σκηνοθέτης, τονίζοντας πως ο πρωταγωνιστικός ρόλος αντανακλά την απόγνωση του σύγχρονου ανθρώπου.
Η σχέση των δύο ανδρών μετρά ήδη δεκαετίες. Ο Αργύρης Ξάφης θυμάται με συγκίνηση την πρώτη του ακρόαση στο θέατρο «Αμόρε» το 1997, όταν ήταν μόλις 20 ετών. «Χαρά στο κουράγιο του που θα δει τόσο κόσμο», σκέφτηκε τότε για τον Χουβαρδά, ο οποίος διέκρινε αμέσως το ακατέργαστο ταλέντο του. Αυτή η πρώτη συνάντηση οδήγησε σε μια στενή συνεργασία 11 ετών, με τον Ξάφη να χαρακτηρίζει τον Χουβαρδά ως τον σημαντικότερο καταλύτη για την ανανέωση του ελληνικού θεάτρου, καθώς υπήρξε από τους ελάχιστους που έδωσαν πραγματικό χώρο και ηνία σε νέους δημιουργούς.
Η συζήτηση επεκτάθηκε και στις παθογένειες του σύγχρονου πολιτισμού. Ο Αργύρης Ξάφης άσκησε δριμεία κριτική στο Υπουργείο Πολιτισμού, επισημαίνοντας την έλλειψη οράματος και σχεδιασμού. Τόνισε πως το 99% των κονδυλίων κατευθύνεται σε έναν πολιτισμό που έχει πεθάνει, όπως αναστηλώσεις και καφετέριες μουσείων, την ώρα που ο ζωντανός πολιτισμός αφήνεται στην τύχη του. Από την πλευρά του, ο Γιάννης Χουβαρδάς συμφώνησε πως ζούμε σε μια αντιπολιτιστική εποχή, κάνοντας λόγο για τον «τόνο του Τραμπ» που κυριαρχεί παγκοσμίως, μια κατάσταση ανατριχιαστική που πνίγει κάθε έννοια πνευματικότητας.
Αναφορικά με τους νέους ηθοποιούς, ο σκηνοθέτης παρατήρησε μια στροφή προς την τηλεόραση για οικονομικούς λόγους, ενώ ο Ξάφης υπογράμμισε πως υπάρχουν ακόμη πολλοί που επιλέγουν την αφοσίωση και τη θυσία του θεάτρου. Στον «Ιβάνοφ», οι ήρωες φαίνονται στον πρωταγωνιστή σχεδόν τερατόμορφοι, καθώς κυριαρχούνται από ένα υπερενισχυμένο εγώ. «Εγώ, τα δικά μου, ο εαυτός μου, η ζωή μου», είναι ο τόνος που τον αποξενώνει. Η παράσταση φιλοδοξεί να αναδείξει αυτή την ανθρώπινη αποτυχία, με τον Τσέχοφ να ανοίγει μπροστά στον θεατή όλη τη ζωή χωρίς ίχνος διδακτισμού, προσφέροντας ένα καθρέφτισμα της σύγχρονης υπαρξιακής απελπισίας.