«Καζάν καζάν» για κοινοπραξίες Ελλήνων – Τούρκων επιχειρηματιών

Επενδυτικό «άνοιγμα» Αθήνας και Κωνσταντινούπολης: Τα μεγάλα στοιχήματα και οι κρυφές ευκαιρίες

Οικονομία
Δημοσιεύθηκε  · 3 λεπτά ανάγνωση

Μια νέα σελίδα στις οικονομικές σχέσεις Ελλάδας και Τουρκίας επιχειρούν να γυρίσουν οι δύο χώρες, ποντάροντας στη δυναμική του ιδιωτικού τομέα. Οι υπουργοί Οικονομικών, Κυριάκος Πιερρακάκης και Μεχμέτ Σιμσέκ, επισφράγισαν τη συμφωνία για τη διοργάνωση δύο μεγάλων επενδυτικών συνεδρίων, δίνοντας συνέχεια στις υψηλού επιπέδου επαφές που ξεκίνησαν στην Άγκυρα στο πλαίσιο του Ανωτάτου Συμβουλίου Συνεργασίας.

Το πρώτο μεγάλο επενδυτικό ραντεβού αναμένεται να πραγματοποιηθεί στην Κωνσταντινούπολη, πιθανότατα τον προσεχή Ιούνιο, ενώ η σκυτάλη θα περάσει στην Αθήνα πριν από το κλείσιμο του έτους. Στόχος είναι η κινητοποίηση μεγάλου αριθμού μεσαίων και μεγάλων επιχειρήσεων και από τις δύο πλευρές, οι οποίες θα έχουν την ευκαιρία να αναπτύξουν εμπορικές σχέσεις ή να προχωρήσουν σε στρατηγικές κοινοπραξίες. Στο επιτελείο του Έλληνα υπουργού εκτιμούν πως τα περιθώρια συνεργασίας είναι τεράστια, καθώς η συμπληρωματικότητα των δύο οικονομιών αποτελεί το ιδανικό θεμέλιο για κοινή επιχειρηματική δράση.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η προοπτική συνεργασίας σε τρίτες χώρες, όπως στα Βαλκάνια και τη Μέση Ανατολή, με το βλέμμα στραμμένο ακόμα και στην ανοικοδόμηση της Ουκρανίας. «Η Ουκρανία, αν ανοίξει, θα είναι το μεγάλο στοίχημα», αναφέρουν χαρακτηριστικά πηγές που συμμετείχαν στις επαφές, συμπληρώνοντας: «Θα μπορούσαμε να δραστηριοποιηθούμε από κοινού εκεί». Το πεδίο δόξης φαίνεται λαμπρό κυρίως για τις τεχνικές και κατασκευαστικές εταιρείες των δύο κρατών.

Οι τομείς της τεχνολογίας, των φαρμάκων, του τραπεζικού κλάδου και των κατασκευών βρίσκονται στην πρώτη γραμμή, με την ενέργεια να αποτελεί τον κεντρικό πυλώνα. Σύμφωνα με την κοινή δήλωση, οι δύο χώρες «εξέφρασαν την αποφασιστικότητά τους να αξιολογήσουν τις υφιστάμενες δυνατότητες συνεργασίας στον τομέα της ενέργειας –ιδίως στη διασύνδεση ηλεκτρικής ενέργειας και στις ανανεώσιμες πηγές– με στόχο την ενίσχυση της περιφερειακής σταθερότητας».

Η στρατηγική αυτή κίνηση υπηρετεί το όραμα των Κυριάκου Μητσοτάκη και Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν για αύξηση του όγκου του διμερούς εμπορίου στα 10 δισ. ευρώ μέχρι το 2030. Τα στοιχεία δείχνουν πως το 2024 ο όγκος εμπορίου ανήλθε στα 4,7 δισ. ευρώ, με τις τουρκικές εξαγωγές να φτάνουν τα 3,2 δισ. ευρώ και τις ελληνικές τα 1,5 δισ. ευρώ. Παρά την αντιστροφή του εμπορικού ισοζυγίου την τελευταία πενταετία, οι συναλλαγές σε ορυκτά καύσιμα, βαμβάκι, φάρμακα, αυτοκίνητα και προϊόντα σιδήρου παραμένουν κυρίαρχες.

Στον αντίποδα, ο τουρισμός παραμένει το «δυνατό χαρτί» της Ελλάδας, με το ισοζύγιο να είναι σταθερά πλεονασματικό. Το 2024 οι εισπράξεις άγγιξαν το 1,1 δισ. ευρώ, ενώ το 2025 οι αφίξεις Τούρκων επισκεπτών εκτοξεύθηκαν στα 1,4 εκατομμύρια, έναντι 1,2 εκατ. το 2024 και 877.000 το 2023. Η καθιέρωση της βίζας-εξπρές για 12 ελληνικά νησιά και η έκρηξη του ενδιαφέροντος για τη «χρυσή βίζα», με τις άδειες προς Τούρκους επενδυτές ακινήτων να αυξάνονται κατά 160% το 2025, αποδεικνύουν τη δυναμική της σχέσης.

Η οικονομική διπλωματία αναδεικνύεται έτσι σε μια ασφαλή οδό ανάπτυξης που παρακάμπτει το πολιτικό κόστος και δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μια βαθύτερη συνεργασία στο μέλλον.