Χρονοτριβεί η κυβέρνηση για το ρεύμα

Αποκαλύπτεται το παρασκήνιο για το ενεργειακό κόστος: Η βιομηχανία σε αναμονή

Οικονομία
Δημοσιεύθηκε  · 4 λεπτά ανάγνωση

Στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής συζήτησης για την ανταγωνιστικότητα βρέθηκε το ενεργειακό κόστος, με τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη να αναγνωρίζει τις δυσλειτουργίες της αγοράς. «Θα έχω την ευκαιρία να εστιάσω περισσότερο στα ζητήματα της αγοράς ενέργειας. Είναι σαφές ότι σήμερα δεν λειτουργεί ικανοποιητικά. Χρειαζόμαστε μεγαλύτερη ενοποίηση, ώστε να έχουμε καλύτερες τιμές ενέργειας πανευρωπαϊκά για τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις», δήλωσε χαρακτηριστικά προσερχόμενος στη σύνοδο κορυφής της Ε.Ε.

Ωστόσο, οι εκπρόσωποι των μεγάλων και ενεργοβόρων επιχειρήσεων της χώρας περιμένουν ήδη τέσσερις μήνες για συγκεκριμένες αποφάσεις, μετά τις υποσχέσεις που δόθηκαν τον περασμένο Οκτώβριο. Η κυβέρνηση φαίνεται να επικαλείται την άρνηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το «ιταλικό μοντέλο» των 55 ευρώ/MWh, αντιπροτείνοντας το πλαίσιο CISAF (Clean Industrial State Aid Framework). Το CISAF επιτρέπει στα κράτη-μέλη να επιδοτούν έως και το 50% της κατανάλωσης, με χώρες όπως η Γερμανία και η Βουλγαρία να έχουν ήδη πετύχει βιομηχανικές τιμές ρεύματος μεταξύ 50 και 60 ευρώ/MWh.

Η καθυστέρηση στη λήψη αποφάσεων συνοδεύεται από έναν «υπόρρητο εμφύλιο» στους κόλπους της βιομηχανίας. Η Ένωση Βιομηχανικών Καταναλωτών Ενέργειας (ΕΒΙΚΕΝ), που εκπροσωπεί 57 επιχειρήσεις από κρίσιμους κλάδους, καλεί την κυβέρνηση να λάβει «αποφάσεις που μπορούν πραγματικά να στηρίξουν την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής βιομηχανίας, τη στιγμή που αυτή καλείται να λάβει σοβαρές επενδυτικές αποφάσεις για την επίτευξη του φιλόδοξου στόχου της απανθρακοποίησης».

Η ΕΒΙΚΕΝ θεωρεί θετική την επαναδιαπραγμάτευση για τον μηχανισμό Αντιστάθμισης CO₂, αλλά τονίζει πως δεν αρκεί. «Η ΕΒΙΚΕΝ καλεί την πολιτεία να προχωρήσει άμεσα στην εφαρμογή μηχανισμού μείωσης του κόσους ενέργειας του CISAF, ο οποίος θα λειτουργεί συμπληρωματικά προς την υφιστάμενη Αντιστάθμιση CO₂, εξασφαλίζοντας πραγματική και συγκρίσιμη στήριξη του συνόλου των βιομηχανιών έντασης ενέργειας σε αντιστοιχία με τα υπόλοιπα κράτη-μέλη Ε.Ε.», σημειώνεται στην ανακοίνωσή τους.

Την ίδια στιγμή, ο πρόεδρος της ΕΒΙΚΕΝ, Αντώνης Κοντολέων, δηλώνει πως «δεν είναι οι Βρυξέλλες αλλά η Αθήνα που κωλυσιεργεί». Παράλληλα, αμφισβητεί τα κυβερνητικά στοιχεία για αύξηση της μεταποίησης κατά 38% την τελευταία εξαετία, επισημαίνοντας ότι η συμμετοχή της στο ΑΕΠ παραμένει στο 9,1%, μια από τις χαμηλότερες επιδόσεις στην Ευρώπη.

Στον αντίποδα, ο Ευάγγελος Μυτιληναίος, επικεφαλής της Metlen και πρόεδρος της European Metals, εκφράζει επιφυλάξεις για το CISAF. Αν και υπογραμμίζει πως «τα ευρωπαϊκά μη σιδηρούχα μέταλλα αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο της ενεργειακής μετάβασης, της ψηφιοποίησης, της ασφάλειας και της άμυνάς μας», χαρακτηρίζει το πλαίσιο ως «μη λειτουργικό, καθώς «ακυρώνει» κάθε στήριξη με δογματικούς περιορισμούς και προϋποθέσεις... Οταν μάλιστα προβλέπει ότι μόνο η καθαρή ενέργεια που παράγεται επιτόπου μπορεί να λάβει χρηματοδότηση, γίνεται σαφές ότι το CISAF δεν κατανοεί τον κλάδο μας». Η European Metals προτείνει οριζόντιο πλαφόν 50 ευρώ/MWh για το συνολικό κόστος ρεύματος.

Ο Αντώνης Κοντολέων κλείνει με μια ξεκάθαρη τοποθέτηση: «Δεν υπάρχει άλλος χρόνος για χάσιμο. Η συζήτηση για την υιοθέτηση του ιταλικού μοντέλου πρέπει να τερματιστεί. Ο μηχανισμό της Αντιστάθμισης αποσκοπεί στο να αποτρέψει μια μεγάλη μερίδα εξαγωγικών βιομηχανιών από το να μεταναστεύσουν εκτός Ευρώπης (carbon leakage) και εφαρμόζεται στη χώρα μας από το 2013. Προφανώς δεν επαρκεί για να αντιμετωπιστεί το αυξημένο κόστος ενέργειας για όλες τις βιομηχανίες έντασης ενέργειας της χώρας. Πρέπει λοιπόν να κάνουμε άμεση χρήση του διαθέσιμου ευρωπαϊκού θεσμικού πλαισίου, ήτοι έκπτωση έως 50% επί της τιμής της αγοράς για μέρος έως 50% της κατανάλωσης (CISAF), όπως προχωρούν η Γερμανία και η Βουλγαρία, αλλά και άλλες σταδιακά.

Η συμμετοχή της ελληνικής μεταποίησης στο ΑΕΠ της χώρας με μόλις 9,1%, έναντι 8% το 2019, την κρατά σταθερά χαμηλά τέταρτη από το τέλος στην Ε.Ε. Τα περί αύξησης της μεταποίησης κατά 38% σε σχέση με το 2019 δεν ευσταθούν. Παραμένει λοιπόν το ερώτημα. Υπάρχει όμως η πολιτική βούληση;»