«Τουρισμός δεν σημαίνει οικονομία του καφέ»

Ελληνική οικονομία: Ο μύθος του ελλείμματος και η άνοδος της μεταποίησης

Οικονομία
Δημοσιεύθηκε  · 3 λεπτά ανάγνωση

Η επίμονη παρουσία του ελλείμματος στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών αποτελεί εδώ και χρόνια το κύριο επιχείρημα όσων υποστηρίζουν ότι η ελληνική οικονομία παραμένει εγκλωβισμένη σε ένα μοντέλο χαμηλής παραγωγικότητας. Ωστόσο, μια νέα, ρηξηκέλευθη μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ Intelligence έρχεται να ανατρέψει τα δεδομένα, αποδομώντας πλήρως το αφήγημα περί της «οικονομίας του καφέ». Σύμφωνα με τους αναλυτές, το υψηλό εμπορικό έλλειμμα δεν είναι το στίγμα μιας παραγωγικής αποτυχίας, αλλά το αναπόφευκτο αποτέλεσμα των ισχυρών πλεονασμάτων στις υπηρεσίες και τις κεφαλαιακές εισροές.

Η καρδιά της ανάλυσης χτυπά στον μηχανισμό του εξωτερικού ισοζυγίου. Το εμπορικό έλλειμμα, που το 2024 άγγιξε τα 35,67 δισ. ευρώ, δεν ερμηνεύεται ως έλλειψη ανταγωνιστικότητας. Αντιθέτως, προσδιορίζεται «μηχανιστικά» από την εντυπωσιακή πορεία άλλων δεικτών: το πλεόνασμα στις υπηρεσίες έφτασε τα 22,68 δισ. ευρώ, ενώ ο λογαριασμός κεφαλαίων εκτινάχθηκε στα 14,37 δισ. ευρώ, από μόλις 4,99 δισ. το 2018. Αυτή η εισροή κεφαλαίων ενισχύει τη ρευστότητα και το εισόδημα, οδηγώντας νομοτελειακά σε αύξηση της εγχώριας δαπάνης και των εισαγωγών, ανεξάρτητα από τις επιδόσεις των εξαγωγών.

Η μελέτη βάζει στο μικροσκόπιο και την απασχόληση, διαψεύδοντας τη θεωρία ότι η ανάπτυξη βασίζεται μόνο σε κλάδους χαμηλής αξίας. Παρότι ο τουρισμός και η εστίαση είδαν την απασχόληση να αυξάνεται κατά 55% την περίοδο 2013-2024, ο τομέας αυτός κάλυψε το 19% των νέων θέσεων εργασίας και όχι το μισό, όπως συχνά λέγεται. Στον αντίποδα, η μεταποιητική βιομηχανία έδειξε τα δόντια της, προσθέτοντας 93.000 νέες θέσεις εργασίας (αύξηση 29%), συμβάλλοντας καθοριστικά στη συνολική αύξηση της απασχόλησης κατά 763.000 άτομα.

Τα στοιχεία δείχνουν μια οικονομία που αλλάζει πρόσωπο. Οι εξαγωγές αγαθών αναπτύσσονται με μέσο ετήσιο ρυθμό 7% από το 2009, ξεπερνώντας ακόμα και τον τουρισμό (5%). Η μεταποίηση αναπτύσσεται σταθερά με 3% ετησίως, ρυθμός ταχύτερος από αυτόν του ΑΕΠ, υποστηριζόμενη από επενδύσεις σε εξοπλισμό που έφτασαν τα 16,55 δισ. ευρώ το 2024. Ακόμα και στη σύγκριση με την Ιταλία, η Ελλάδα υπερέχει στον ρυθμό αύξησης εξαγωγών (7,8% έναντι 4,2%), με τη διαφορά στο εμπορικό ισοζύγιο να οφείλεται κυρίως στη δομή των κεφαλαίων και όχι στην ανταγωνιστικότητα.

Παρά την αισιοδοξία των αριθμών, ο γενικός διευθυντής του ΙΝΣΕΤΕ, Ηλίας Κικίλιας, προειδοποιεί ότι η κατάρριψη των στερεοτύπων δεν είναι λόγος για εφησυχασμό. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει: "Υφίστανται σοβαρές αδυναμίες και δυσλειτουργίες στη λειτουργία των αγορών, στη θεσμική αποτελεσματικότητα, στην κατανομή των πόρων και στη σύνθεση των επενδύσεων που περιορίζουν τις αναπτυξιακές δυνατότητες, τη δυνητική αύξηση της παραγωγικότητας και τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών. Η αντιμετώπισή τους όμως προϋποθέτει ακριβή διάγνωση – όχι στερεότυπα. Το αφήγημα της “οικονομίας του καφέ” και της “Ελλάδας της καφετέριας” δεν βοηθά στη χάραξη πολιτικής. Υποτιμά τις πραγματικές επιδόσεις της χώρας, απαξιώνει δυναμικούς εξαγωγικούς και παραγωγικούς κλάδους, και συγχέει μακροοικονομικά μεγέθη με δομικές αδυναμίες. Η πρόκληση δεν είναι να “αποδράσουμε” από μια ανύπαρκτη “οικονομία του καφέ”, αλλά να κεφαλαιοποιήσουμε τα πραγματικά επιτεύγματα της τελευταίας δεκαετίας και να αντιμετωπίσουμε με ρεαλισμό τα εξαιρετικά σοβαρά εναπομείναντα προβλήματα. Μόνον έτσι ο δημόσιος διάλογος καθίσταται νηφάλιος και μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στη διαμόρφωση μιας κοινωνικά βιώσιμης αναπτυξιακής στρατηγικής."