Τα δύο δομικά προβλήματα στην ελληνική οικονομία που εντοπίζει η Eurobank

Eurobank: Τι κρύβεται πίσω από την «πλασματική» εικόνα σε απασχόληση και εξαγωγές

Οικονομία
Δημοσιεύθηκε  · 4 λεπτά ανάγνωση

Πίσω από τις βιτρίνες των θετικών στατιστικών στοιχείων, η ελληνική οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με βαθιές, δομικές προκλήσεις που απειλούν τη μακροπρόθεσμη σταθερότητά της. Σύμφωνα με την ειδική έκδοση «7 Ημέρες Οικονομία» της Eurobank, η οποία συντάχθηκε υπό την καθοδήγηση του επικεφαλής οικονομολόγου Δρ. Τάσου Αναστασάτου, τα «καμπανάκια» ηχούν πλέον έντονα, υποδεικνύοντας ότι η βελτίωση σε κρίσιμους τομείς όπως η απασχόληση και οι εξαγωγές μπορεί να είναι εν μέρει πλασματική ή βραχυπρόθεσμη.

Στην αγορά εργασίας, οι αριθμοί δείχνουν μια επιτάχυνση το τέταρτο τρίμηνο του 2025, με τον συνολικό αριθμό των απασχολουμένων να αγγίζει τα 4.378.800 άτομα, σημειώνοντας ετήσια αύξηση 2,1%. Παρά το γεγονός ότι αυτή η εξέλιξη χαρακτηρίζεται από τη Eurobank ως «εξέλιξη που εκπέμπει ένα θετικό μήνυμα για τη βραχυπρόθεσμη δυναμική του πραγματικού Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ)», η αλήθεια είναι πιο σύνθετη. Η τρέχουσα απασχόληση παραμένει πεισματικά χαμηλότερη κατά 227.500 άτομα ή 4,9% σε σχέση με την κορύφωση του 2008, πριν την οικονομική κρίση. Οι αναλυτές προειδοποιούν: «Πλέον, η απόκλιση αυτή δεν έχει κυκλικά (cyclical) χαρακτηριστικά αλλά δομικά (structural), αντικατοπτρίζοντας τη συρρίκνωση του εργατικού δυναμικού και άλλες αδυναμίες της εγχώριας αγοράς εργασίας. Αυτό αντανακλάται και στο θετικό παραγωγικό κενό που παρουσιάζει η ελληνική οικονομία, δηλαδή στο ότι το τρέχον πραγματικό ΑΕΠ είναι υψηλότερο από το δυνητικό».

Για να διατηρηθεί η ανάπτυξη, η Eurobank τονίζει πως είναι επιτακτική η διεύρυνση του εργατικού δυναμικού. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά: «Η διατήρηση ικανοποιητικών ρυθμών αύξησης της απασχόλησης τα επόμενα χρόνια προϋποθέτει τη διεύρυνση του εργατικού δυναμικού -αναγκαία συνθήκη, όχι όμως ικανή- μέσω της δημιουργίας κινήτρων για την είσοδο στην εγχώρια αγορά εργασίας των νέων, των γυναικών, των συνταξιούχων που επιθυμούν να επανενταχθούν στην απασχόληση και των επιστημόνων που μετανάστευσαν στο εξωτερικό κατά τη διάρκεια της κρίσης χρέους». Στο ίδιο πλαίσιο, οι αναλυτές υπενθυμίζουν πως «Σχετικές επισημάνσεις διατυπώνονται συστηματικά στις εκθέσεις εγχώριων και διεθνών οργανισμών (ΤτΕ, ΔΝΤ, Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ΟΟΣΑ κ.α.) αναφορικά με τις μεσοπρόθεσμες (medium-term) προοπτικές της ελληνικής οικονομίας. Στη μακροπρόθεσμη περίοδο (long-term), καθοριστικός παράγοντας παραμένει η πορεία της παραγωγικότητας της εργασίας, η οποία εξαρτάται από τον κεφαλαιουχικό εξοπλισμό της οικονομίας και από τη συνολική παραγωγικότητα των συντελεστών (total factor productivity)».

Στο μέτωπο των εξωτερικών συναλλαγών, η συρρίκνωση του εμπορικού ελλείμματος στα 33,5 δισ. ευρώ για το 2025 κρύβει μια απογοητευτική πραγματικότητα. Η βελτίωση δεν προήλθε από την αύξηση της εξαγωγικής ισχύος της χώρας, αλλά από την πτώση των διεθνών τιμών του πετρελαίου. «Στο πεδίο των εξωτερικών συναλλαγών της ελληνικής οικονομίας, το εμπορικό έλλειμμα κατέγραψε συρρίκνωση το 2025, όχι όμως λόγω αύξησης των εξαγωγών, αλλά λόγω της μεγάλης μείωσης των εισαγωγών πετρελαιοειδών προϊόντων», σημειώνουν οι ειδικοί. Ενώ οι εισαγωγές πετρελαιοειδών μειώθηκαν κατά 5 δισ. ευρώ (24,4%), το έλλειμμα στα εμπορεύματα εκτός πετρελαίου και πλοίων στην πραγματικότητα επιδεινώθηκε. Η Eurobank καταλήγει με σαφήνεια: «Το εμπορικό έλλειμμα συρρικνώθηκε το 2025, το αποτέλεσμα αυτό ωστόσο προήλθε από τη συνιστώσα των εισαγωγών πετρελαιοειδών και όχι από την ενίσχυση της εξαγωγικής επίδοσης της οικονομίας».

Μέσα σε αυτό το τοπίο, η μεταποίηση αποτελεί τη φωτεινή εξαίρεση, με τον δείκτη παραγωγής να παρουσιάζει ισχυρή άνοδο 5,4% το τελευταίο τρίμηνο του έτους. Χαρακτηρίζοντας τον κλάδο «εξωστρεφή» και «καινοτόμο», οι αναλυτές υπογραμμίζουν ότι «η εξέλιξη αυτή συνιστά πρόσθετη ένδειξη ενίσχυσης της βραχυπρόθεσμης δυναμικής του πραγματικού ΑΕΠ κατά το τελευταίο τρίμηνο του έτους . Αξίζει να σημειωθεί ότι η παραγωγή στη μεταποίηση αποτελεί μια από τις λίγες πραγματικές μεταβλητές (real variables) της ελληνικής οικονομίας που έχουν καλύψει τις απώλειες της περιόδου της κρίσης χρέους». Στους πρωταγωνιστές της χρονιάς συγκαταλέγονται η βιομηχανία τροφίμων (+4,0%), τα βασικά μέταλλα (+4,5%) και τα χημικά προϊόντα (+7,3%), προσφέροντας μια νότα αισιοδοξίας απέναντι στις δομικές αδυναμίες που ακόμη ταλανίζουν την ελληνική αγορά.