Αποκαλύπτεται: Γιατί οι ΗΠΑ επιμένουν στις αποτυχημένες επεμβάσεις αλλαγής καθεστώτος;
Μετά την αναφορά περί απαγωγής του προέδρου της Βενεζουέλας Νικολάς Μαδούρο, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, φέρεται να δήλωσε ότι η χώρα του θα «αναλάβει τη διακυβέρνηση της Βενεζουέλας για κάποιο διάστημα μέχρι να μπορέσουμε να κάνουμε μια ασφαλή, σωστή και συνετή μετάβαση». Μια νέα έρευνα αποκαλύπτει το ιστορικό των μυστικών παρεμβάσεων των ΗΠΑ σε ξένες χώρες, αμφισβητώντας την αποτελεσματικότητά τους.
Η Λίντσεϊ Ο’Ρουρκ, επίκουρη καθηγήτρια στο Κολέγιο της Βοστώνης, μελέτησε εκτενώς τα Εθνικά Αρχεία των ΗΠΑ, το National Security Archive και προεδρικές βιβλιοθήκες, δημιουργώντας μια βάση δεδομένων για τις μυστικές αμερικανικές παρεμβάσεις με στόχο την ανατροπή κυβερνήσεων κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου.
Η έρευνά της δείχνει ότι οι ΗΠΑ επιχείρησαν 66 φορές να ανατρέψουν καθεστώτα. Από αυτές, οι 40 απέτυχαν, ενώ στις 26 περιπτώσεις η παρέμβαση οδήγησε στην εγκαθίδρυση μιας νέας κυβέρνησης, οι οποίες ωστόσο, κατά κανόνα δεν άντεξαν στον χρόνο.
Στις 66 περιπτώσεις αλλαγής καθεστώτος, περίπου το 70% αφορούσε αλλαγή της ηγεσίας και το υπόλοιπο 30% προσπάθειες αλλαγής του ίδιου του πολιτεύματος.
Οι πέντε βασικές τακτικές που χρησιμοποιήθηκαν από τις ΗΠΑ, σύμφωνα με την έρευνα, ήταν: δολοφονίες, υποστήριξη πραξικοπημάτων, χειραγώγηση και προσπάθειες επηρεασμού ξένων εκλογών, στήριξη ξένων αντιπολιτευόμενων ομάδων και προσπάθειες πρόκλησης «δημοκρατικών επαναστάσεων» σε αυταρχικά κράτη.
«Πρόκειται για ένα ευρύ φάσμα εργαλείων που χρησιμοποιούμε» ανέφερε η Ο’Ρουρκ σε συνέντευξή της στο John Quincy Adams Society.
Η ίδια διαπίστωσε ότι οι παρεμβάσεις γίνονταν συνήθως για την προστασία των συμφερόντων εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ και ανέπτυξε μια τυπολογία τριών βασικών συμφερόντων.
Το πρώτο είναι οι "επιθετικές επιχειρήσεις", όπου οι ΗΠΑ προσπαθούν να ανατρέψουν έναν υφιστάμενο στρατιωτικό αντίπαλο, όπως για παράδειγμα συμμάχους της Σοβιετικής Ένωσης στην Ανατολική Ευρώπη.
Η δεύτερη κατηγορία είναι οι "προληπτικές παρεμβάσεις". «Εδώ παρεμβαίνεις σε ένα κράτος που δεν είναι ακόμη αντίπαλος, αλλά πρόκειται να προβεί σε ενέργειες που θα μπορούσαν να το καταστήσουν στρατιωτική απειλή στο μέλλον — όπως το να συμμαχήσει με τον αντίπαλό σου ή να αναπτύξει πυρηνικά όπλα. Παρεμβαίνεις για να διασφαλίσεις ότι θα έρθει στην εξουσία μια κυβέρνηση που δεν θα κάνει αυτά τα βήματα» εξηγεί η Ο’Ρουρκ.
Η τρίτη κατηγορία είναι οι "ηγεμονικές επιχειρήσεις", δηλαδή παρεμβάσεις στο Δυτικό Ημισφαίριο, όπου οι ΗΠΑ προσπαθούν να εγκαταστήσουν μια κυβέρνηση που θα είναι ευνοϊκή προς μια τάξη πραγμάτων υπό την ηγεσία των ΗΠΑ. Η Ο’Ρουρκ υποστηρίζει ότι, παρότι υπήρξαν 18 τέτοιες επιχειρήσεις κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, στην πραγματικότητα εξυπηρετούν έναν στόχο που προϋπήρχε και επιβιώνει του Ψυχρού Πολέμου: οι ΗΠΑ να είναι περιφερειακός ηγεμόνας στη Δύση.
Ειδικά στη Λατινική Αμερική, υπάρχουν ελάχιστα παραδείγματα που θα μπορούσε κανείς να επικαλεστεί ως επιτυχημένα, σύμφωνα με την Ο’Ρουρκ. Οι ΗΠΑ διεξήγαγαν 18 ξεχωριστές εκστρατείες εναντίον χωρών της Λατινικής Αμερικής. «Δεν πέτυχαν όλες, αλλά ακόμη και εκείνες που πέτυχαν -γνωστές περιπτώσεις όπως η Γουατεμάλα το 1954, ο Κόλπος των Χοίρων, οι απόπειρες δολοφονίας του Κάστρο, η Δομινικανή Δημοκρατία το 1961, η Βολιβία, η Βρετανική Γουιάνα τη δεκαετία του ’60, το πραξικόπημα στη Βραζιλία το 1964, η στήριξη των Κόντρας στη Νικαράγουα τη δεκαετία του ’80- καμία δεν οδήγησε σε ένα σταθερό, φιλοαμερικανικό αποτέλεσμα».
Αντίθετα, αυτό που συνήθως προκάλεσαν ήταν εμφύλιους πολέμους, αυταρχικά καθεστώτα, υπονόμευση της δημοκρατίας -την οποία σε πολλές περιπτώσεις ανατρέψαμε εμείς οι ίδιοι- προσφυγικές ροές. Δεν υπάρχει ουσιαστικά κανένα επιτυχημένο παράδειγμα μυστικής αλλαγής καθεστώτος που να εξυπηρέτησε τα αμερικανικά συμφέροντα. Η ιδέα λοιπόν ότι θα μπορούσε αυτό να λειτουργήσει στη Βενεζουέλα δεν έχει ιστορικό προηγούμενο που να τη στηρίζει.
Τόσο οι αποτυχημένες όσο και οι επιτυχημένες επιχειρήσεις έχουν αρνητικές συνέπειες για το κράτος που παρεμβαίνει. Στις αποτυχημένες παρεμβάσεις, οι επιπτώσεις για το κράτος-στόχο είναι ιδιαίτερα σοβαρές: αυξημένη πιθανότητα εμφυλίου πολέμου, μαζικών δολοφονιών και επιδείνωσης των σχέσεων με την κυβέρνηση-στόχο.
Ακόμη και όταν οι ΗΠΑ πετυχαίνουν να εγκαταστήσουν μια κυβέρνηση που ελπίζουν ότι θα λειτουργεί ως μαριονέτα, τα πράγματα δεν εξελίσσονται όπως αναμένουν. Ο λόγος είναι ότι, συνήθως, πρόκειται για ένα πολύ αδύναμο κράτος και η κυβέρνηση που προσπαθούν να ανατρέψουν είχε πολύ σοβαρούς λόγους να μη συνεργάζεται εξαρχής με τις ΗΠΑ, όπως εσωτερικές πολιτικές πιέσεις ή το γεωπολιτικό περιβάλλον. Όταν αντικαθιστούν αυτή την κυβέρνηση με μια νέα, που υπόσχεται ότι θα ενεργεί πάντα υπέρ των ΗΠΑ, μόλις βρεθεί στην εξουσία συνειδητοποιεί ότι αντιμετωπίζει ακριβώς τους ίδιους πολιτικούς περιορισμούς με τον προκάτοχό της. Βρίσκεται έτσι σε μια κατάσταση «Catch-22»: είτε θα κάνει ό,τι ζητούν οι ΗΠΑ -και τότε θα αντιμετωπίσει σοβαρή εσωτερική αναταραχή- είτε θα στραφεί εναντίον των ΗΠΑ και θα ενεργήσει προς όφελος του εσωτερικού της ακροατηρίου.
Η Ο’Ρουρκ διαπιστώνει ότι οι μόνοι ηγέτες που είναι πρόθυμοι να λειτουργούν ως μαριονέτες των ΗΠΑ για μεγάλο χρονικό διάστημα είναι εκείνοι που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις ΗΠΑ για να διατηρηθούν στην εξουσία.
Και αυτοί οι ηγέτες τείνουν να δημιουργούν μεγάλη εσωτερική δυσαρέσκεια και συχνά ανατρέπονται. Στην πραγματικότητα, περισσότεροι από τους μισούς από αυτούς ανατράπηκαν.
Το ερώτημα είναι γιατί οι ιθύνοντες στον Λευκό Οίκο, το Κογκρέσο, το Πεντάγωνο και τη CIA συνεχίζουν να ακολουθούν αυτή την τακτική.
«Νομίζω ότι συμβαίνει επειδή η λογική της αλλαγής καθεστώτος είναι εξαιρετικά δελεαστική» λέει η Ο’Ρουρκ. «Η ιδέα ότι μπορείς απλώς να μπεις, να απομακρύνεις έναν ηγέτη και να εγκαταστήσεις κάποιον που υπόσχεται ότι θα είναι μαριονέτα σου μοιάζει με μια μόνιμη λύση στο πρόβλημα. Αντί να πρέπει συνεχώς να εξαναγκάζεις ένα κράτος να κάνει αυτό που θέλεις, το κάνεις μία φορά αλλάζοντας την ηγεσία».
Ένας ακόμη λόγος είναι ότι σε πολλές περιπτώσεις, οι διαμορφωτές πολιτικής ίσως δεν γνωρίζουν όλες τις προηγούμενες περιπτώσεις. «Αυτό βέβαια είναι η χειρότερη δικαιολογία που υπάρχει — είσαι υπεύθυνος χάραξης πολιτικής, θα έπρεπε να γνωρίζεις την ιστορία όλων αυτών των αποτυχημένων προσπαθειών αλλαγής καθεστώτος, ειδικά όταν κάποιες είχαν τόσο σοβαρές συνέπειες που ακόμη τις πληρώνουμε σήμερα» σημειώνει η ίδια.
Δίχως να βλέπει η ίδια μια στρατηγική εξόδου, σημειώνει πως γνωρίζουμε ότι το ιστορικό τέτοιων παρεμβάσεων είναι εξαιρετικά φτωχό. «Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, σε 36 περιπτώσεις στηρίξαμε ένοπλες αντάρτικες ομάδες στην προσπάθειά τους να ανατρέψουν κράτη, και μόνο σε 5 περιπτώσεις πέτυχε. Και μόνο σε μία από αυτές τη στήριξη των μουτζαχεντίν στο Αφγανιστάν τη δεκαετία του ’80, αν το εξετάσεις, ήταν εξαιρετικά δαπανηρή: έξι δισ. δολ., μια δεκαετία δέσμευσης, και φυσικά γνωρίζουμε το «blowback» που προέκυψε από αυτή την παρέμβαση. Επομένως, απλώς δεν υπάρχει καλή στρατηγική για το πώς προχωράμε», καταλήγει.