Ανατροπή για χιλιάδες δανειολήπτες: Τι αλλάζει μετά την απόφαση του Αρείου Πάγου
Σε μια κίνηση που αναμένεται να αναδιαμορφώσει πλήρως το τοπίο των δανείων στην Ελλάδα, η πρόσφατη απόφαση του Αρείου Πάγου για τον «νόμο Κατσέλη» προκαλεί ισχυρούς τριγμούς. Το ανώτατο δικαστήριο έκρινε πως ο τόκος στις ρυθμίσεις του νόμου θα υπολογίζεται πλέον επί της μηνιαίας δόσης και όχι επί του συνολικού ανεξόφλητου κεφαλαίου, μια εξέλιξη που πυροδοτεί έντονο προβληματισμό σε θεσμικό και οικονομικό επίπεδο.
Ήδη, παράγοντες του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών μαζί με την Τράπεζα της Ελλάδος προετοιμάζουν μια ισχυρή «γραμμή άμυνας». Ο στόχος είναι σαφής: η θωράκιση του χρηματοπιστωτικού συστήματος από τους κινδύνους που ελλοχεύουν. Οι πρώτες εκτιμήσεις κάνουν λόγο για ένα χρηματοδοτικό κενό που μπορεί να αγγίξει ακόμα και το 1 δισ. ευρώ, θέτοντας σε κίνδυνο το πρόγραμμα τιτλοποιήσεων «Ηρακλής» και απειλώντας με την ενεργοποίηση κρατικών εγγυήσεων.
Οι επιπτώσεις αυτής της απόφασης αναμένονται πολυεπίπεδες. Πρώτον, εκτιμάται σημαντική μείωση στη νέα στεγαστική πίστη, καθώς οι τράπεζες ενδέχεται να υιοθετήσουν πιο αυστηρές πολιτικές χορηγήσεων, εστιάζοντας σε δανειολήπτες υψηλής πιστοληπτικής ικανότητας. Δεύτερον, η ανάγκη κάλυψης του κεφαλαιακού κενού ίσως οδηγήσει σε εντατικοποίηση των πλειστηριασμών, μια εξέλιξη με σοβαρές κοινωνικές προεκτάσεις. Παράλληλα, ο διεθνής οίκος Moody’s προειδοποιεί ότι η απόφαση εισάγει πρόσθετη νομική αβεβαιότητα, η οποία μπορεί να πλήξει την εμπιστοσύνη των επενδυτών.
Επιπλέον, εκφράζονται φόβοι για τη διάβρωση της κουλτούρας πληρωμών, καθώς η απόφαση ίσως καλλιεργήσει προσδοκίες για αντίστοιχη μεταχείριση και σε άλλες κατηγορίες οφειλετών, απειλώντας την πρόοδο που σημειώθηκε στα «κόκκινα» δάνεια. Τέλος, η επιλογή αυτού του τρόπου εκτοκισμού αποτελεί διεθνή πρωτοτυπία, καθώς αποκλίνει από τις καθιερωμένες τραπεζικές πρακτικές παγκοσμίως.
Ο «νόμος Κατσέλη», που θεσπίστηκε το 2010 για την προστασία της πρώτης κατοικίας και τερματίστηκε οριστικά το 2019, βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο. Με βάση τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, μέχρι το τέλος του 2024 εκκρεμούσαν περίπου 47.000 υποθέσεις, ενώ το 85% των δανειοληπτών απολάμβανε κάποιου είδους προστασία. Η τελική καθαρογραφή και ερμηνεία της απόφασης θα κρίνει το μέλλον χιλιάδων νοικοκυριών και τη συνολική σταθερότητα της ελληνικής οικονομίας για τα επόμενα χρόνια.