Γιατί υστερεί σε ανταγωνιστικότητα η ελληνική οικονομία

Αποκαλύπτεται η αλήθεια για την ελληνική οικονομία: Τα αγκάθια που φρενάρουν την ανάπτυξη

Οικονομία
Δημοσιεύθηκε  · 3 λεπτά ανάγνωση

Παρά τα θετικά πρόσημα στην ανάπτυξη και τη δημοσιονομική πειθαρχία των τελευταίων ετών, η ελληνική οικονομία φαίνεται να δίνει μια σκληρή μάχη με τον ίδιο της τον εαυτό, υστερώντας σημαντικά σε όρους ανταγωνιστικότητας. Τα πρόσφατα στοιχεία της Παγκόσμιας Επετηρίδας Ανταγωνιστικότητας 2025 από το IMD είναι αποκαλυπτικά, καθώς τοποθετούν την Ελλάδα στην 50ή θέση ανάμεσα σε 69 οικονομίες παγκοσμίως, μια υποχώρηση που κρούει τον κώδωνα του κινδύνου.

Η χώρα μας έχασε τρεις θέσεις στην παγκόσμια κατάταξη, βρισκόμενη πλέον στην 22η θέση μεταξύ των 26 κρατών-μελών της ΕΕ που εξετάστηκαν. Η πτώση αυτή αποδίδεται κυρίως στην κατακόρυφη υποχώρηση της επιχειρηματικής αποτελεσματικότητας, όπου η Ελλάδα κατρακύλησε στην 53η θέση από την 44η που βρισκόταν στην προηγούμενη έκδοση. Παράλληλα, η οικονομική αποτελεσματικότητα σημείωσε κάμψη κατά μία θέση, ενώ οι επιδόσεις στην κυβερνητική αποτελεσματικότητα και τις υποδομές παρέμειναν στάσιμες σε χαμηλά επίπεδα. Στον τομέα της τεχνολογίας, η 16η θέση στην ΕΕ μοιάζει με ηλιαχτίδα αισιοδοξίας, η οποία όμως επισκιάζεται από την 26η θέση στον κρίσιμο πυλώνα της διακυβέρνησης, του οράματος και της ηθικής.

Η σύγκριση με τους γείτονες του ευρωπαϊκού Νότου προκαλεί προβληματισμό, καθώς η Ελλάδα βρίσκεται αρκετά χαμηλότερα. Η Πορτογαλία καταλαμβάνει την 37η θέση, η Ισπανία την 39η, η Ιταλία την 43η και η Κύπρος την 44η θέση. Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και των Βαλκανίων, όπως η Ρουμανία, η Ουγγαρία, η Σλοβενία και η Τσεχία, καταφέρνουν να ξεπεράσουν την ελληνική οικονομία σε συνολική ανταγωνιστικότητα.

Στο φορολογικό μέτωπο, η εικόνα είναι ανάμεικτη. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, η Ελλάδα καταλαμβάνει την 23η θέση ανάμεσα σε 38 χώρες στον Δείκτη Διεθνούς Φορολογικής Ανταγωνιστικότητας. Ενώ διαπρέπουμε στη φορολόγηση φυσικών προσώπων (4η θέση) και διατηρούμε μια καλή θέση στην εταιρική φορολόγηση (16η θέση), οι επιδόσεις μας στη φορολόγηση της κατανάλωσης (30ή) και της ιδιοκτησίας (29η) μας φέρνουν στις τελευταίες θέσεις. Τα δυνατά μας σημεία εντοπίζονται στον χαμηλό φορολογικό συντελεστή επί των μερισμάτων, που στο 5% είναι πολύ χαμηλότερος από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ (24,7%), και στον εταιρικό συντελεστή που στο 22% παραμένει ανταγωνιστικός.

Ωστόσο, οι αδυναμίες παραμένουν «αγκάθια» για την ανάπτυξη. Ο υψηλός συντελεστής ΦΠΑ 24% με την περιορισμένη φορολογική βάση και οι αυστηροί περιορισμοί στην αντιστάθμιση ζημιών για τις επιχειρήσεις αποτελούν τροχοπέδη. Σύμφωνα με το ΚΕΠΕ, η αναποτελεσματικότητα κράτους και επιχειρήσεων, σε συνδυασμό με τους αδύναμους θεσμούς και τις βαριές ρυθμίσεις, εμποδίζει την προσέλκυση επενδύσεων. Το IMD υπογραμμίζει επίσης το βάρος του δημόσιου χρέους, το κόστος κεφαλαίου, τη μη επαρκή τραπεζική στήριξη αλλά και το διαρκές τραύμα του «brain drain».

Οι προκλήσεις για το μέλλον είναι σαφείς και απαιτητικές. Χρειάζονται επενδύσεις στη μεταποίηση για τη δημιουργία σταθερών θέσεων εργασίας, ενίσχυση της επαγγελματικής κατάρτισης και επιτάχυνση της απονομής δικαιοσύνης. Η μείωση των διοικητικών εμποδίων και η υιοθέτηση πολιτικών για την ψηφιακή και «πράσινη» μετάβαση δεν είναι πλέον επιλογή, αλλά αδήριτη ανάγκη για να μπορέσει η ελληνική οικονομία να πρωταγωνιστήσει ξανά.