Αλτσχάιμερ: Εξέταση αίματος με ακρίβεια 90% - Τι αλλάζει στη διάγνωση

Αίμα και πρόληψη: Νέα φωτίζουν το Αλτσχάιμερ

Υγεία
Δημοσιεύθηκε  · 4 λεπτά ανάγνωση

Νέα δεδομένα ανακατεύουν τα χαρτιά στη μάχη κατά του Αλτσχάιμερ: εξετάσεις αίματος πλέον εντοπίζουν τη νόσο με ακρίβεια που ξεπερνά το 90%, ενώ σχεδόν το μισό του κινδύνου άνοιας συνδέεται με παράγοντες που μπορούμε να αλλάξουμε. Τα προσεχά παρουσίασε η καθηγήτρια Νευρολογίας του ΑΠΘ και πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Νόσου Alzheimer και Συναφών Διαταραχών, Μάγδα Τσολάκη, σε διάλεξη στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού Θεσσαλονίκης.

Στο πεδίο της διάγνωσης, η μέτρηση βιοδεικτών όπως η φωσφορυλιωμένη tau-217 (p-tau217) και το β-αμυλοειδές 1-42 (Aβ42) στο πλάσμα του αίματος ανοίγει δρόμους που μάλλον ελπίζαμε. «Έχουμε τη δυνατότητα να κάνουμε εξετάσεις αίματος στο πλάσμα, στις οποίες, με δύο πρωτεΐνες, τη φωσφο-Τ 217 και το β-αμυλοειδές 1-42, που εξετάζουμε, μπορούμε να θέσουμε τη διάγνωση της νόσου Alzheimer σε ποσοστό 90%», εξήγησε η κ. Τσολάκη. Ένα αρνητικό αποτέλεσμα αποκλείει το Αλτσχάιμερ και κατευθύνει την έρευνα προς άλλες μορφές άνοιας, ωστόσο οι εξετάσεις δεν αντικαθιστούν τη συνολική διαγνωστική διαδικασία που περιλαμβάνει κλινική εξέταση, νευροψυχολογική εκτίμηση και μαγνητική τομογραφία. «Αφού τα δει όλα αυτά ο γιατρός, στη συνέχεια αποφασίζει την τελική διάγνωση και τη θεραπεία», ανέφερε.

Η Ομοσπονδία ζητά δωρεάν διενέργεια των νέων διαγνωστικών εξετάσεων, με το συνολικό κόστος να ανέρχεται στα 485 ευρώ: 220 ευρώ για πρωτεΐνες στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό, 230 ευρώ για πρωτεΐνες στο αίμα και 35 ευρώ για το προδιαθεσικό γονίδιο ε4 της Απολιποπρωτεΐνης Ε.

Στη πρόληψη, η κ. Τσολάκη κατέδειξε δώδεκα τροποποιήσιμους παράγοντες κινδύνου: σακχαρώδης διαβήτης, υπέρταση στη μέση ηλικία, παχυσαρκία, καθιστική ζωή, υψηλή LDL χοληστερόλη, κάπνισμα, κατάθλιψη, χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης, κοινωνική απομόνωση, κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, απώλεια ακοής και όρασης, ατμοσφαιρική ρύπανση και υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ. «Έχουμε δυνατότητα πρόληψης στο 45%. Δηλαδή, ο ρυθμός των ανοιών που περιμένουμε το 2050 μπορεί να είναι περίπου ο μισός, αν τελικά αντιμετωπίσουμε έγκαιρα αυτούς τους προδιαθεσικούς παράγοντες», τόνισε.

Οι νέες κατευθυντήριες οδηγίες του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (Ιούλιος 2026) διευρύνουν τις παρεμβάσεις, δίνοντας έμφαση στη σωματική δραστηριότητα, τη διακοπή καπνίσματος, τη μείωση αλκοόλ, την υγιεινή διατροφή, τη ρύθμιση υπέρτασης, διαβήτη και χοληστερόλης, καθώς και στη μείωση έκθεσης στην ρύπανση. Νέες παράμετροι περιλαμβάνουν τον ύπνο, το εγκεφαλικό επεισόδιο, τις διαταραχές όρασης, τις κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις και τον HIV. «Όταν θεραπεύσουμε το AIDS, οι άνθρωποι δεν παθαίνουν άνοια στην πορεία», χαρακτήρισε η κ. Τσολάκη. Για τους αντιπηκτικούς, ξεκαθάρισε: «Δεν συστήνεται να παίρνουν αντιπηκτικά οι άνθρωποι όταν είναι υγιείς και δεν έχουν κανένα πρόβλημα».

Στο θεραπευτικό μέτωπο, τα μονοκλωνικά αντισώματα λεκανεμάμπη και ντονανεμάμπη —εγκεκριμένα από FDA και EMA— απευθύνονται σε ασθενείς με ήπια νοητική διαταραχή ή ήπια άνοια, με καλύτερα αποτελέσματα στην πρώτη περίπτωση. Δεν θεραπεύουν ούτε αναστρέφουν τη νόσο, αλλά μπορούν να επιβραδύνουν την εξέλιξή της σε επιλεγμένους ασθενείς. Η πρόσβαση όμως παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη: το κόστος φτάνει τα 50.000 ευρώ για 18 μήνες, ενώ καμία ευρωπαϊκή χώρα δεν έχει αναλάβει πλήρως το κόστος. «Τα ευρωπαϊκά κράτη έκαναν πίσω, γιατί είναι ακριβά και χρειάζεται να γίνει ένας προϋπολογισμός των υπουργείων Υγείας για την επόμενη χρονιά», ανέφερε η κ. Τσολάκη. Οι φάρμακα έχουν εγκριθεί σε χώρες όπως ΗΠΑ, Ιαπωνία, Ταϊβάν, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Κίνα, Χονγκ Κονγκ, Ισραήλ και Νότια Κορέα. Στην Αθήνα έχουν ήδη ξεκινήσει θεραπεία 30 ασθενείς, ενώ στη Θεσσαλονίκη «δεν έχουμε βάλει κανέναν ασθενή, διότι δεν έχουν τη δυνατότητα οι άνθρωποι να πληρώσουν τόσα χρήματα». Η λεκανεμάμπη έχει εγκριθεί πρόσφατα και σε υποδόρια μορφή για domiciliary χορήγηση, ωστόσο δεν έχει εγκριθεί ακόμα στην Ελλάδα.

Η Πανελλήνια Ομοσπονδία απαιτεί κρατική κάλυψη των μονοκλωνικών αντισωμάτων για όσους πληρούν τα κριτήρια, την κατάρτιση Εθνικού Στρατηγικού Σχεδίου για νέες δομές άνοιας και την ανάπτυξη οργανωμένων μοντέλων προσωποκεντρικής φροντίδας μετά τη διάγνωση. «Δεν τους εγκαταλείπουμε επειδή δεν έχουμε πρόσβαση στα καινούργια φάρμακα», κατέληξε η κ. Τσολάκη, υπενθυμίζοντας ότι η στήριξη ασθενών και περιθάλποντων συνεχίζεται στα Κέντρα Ημέρας.