Ταβερναράκης: Η γήρανση είναι 50% γονίδια — και γιατί δεν είμαστε έτοιμοι να ζήσουμε 200 χρόνια
Ο Νεκτάριος Ταβερναράκης, καθηγητής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Κρήτης και διευθυντής Ερευνών στο Ινστιτούτο Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας του ΙΤΕ, συναντήθηκε με τον Δημήτρη Δανίκα στην Τεχνόπολη, σε διάλειμμα τριήμερου συνεδρίου Βιοκαινοτομίας. Ο επιστημόνιος, που τους τελευταία τρία χρόνια αναλαμβάνει την προεδρία της Ευρωπαϊκής Διάσκεψης για τη Μοριακή Βιολογία, άνοιξε το χαρτί για το πιο κατανοητό και ταυτόχρονα μυστηριώδες βιολογικό φαινόμενο: τη γήρανση.
«Η γήρανση είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό κληρονομική», δήλωσε χαρακτηριστικά. «Υπολογίζεται ότι γύρω στο 50% του πόσο θα ζήσουμε εξαρτάται από τα γονίδιά μας και το άλλο 50% εξαρτάται από το περιβάλλον στο οποίο ζούμε». Το ερώτημα που τίθεται, ωστόσο, είναι πιο βαθύ: «Θέλουμε πραγματικά να ζήσουμε 200 χρόνια;»
Στην πρώτη σκηνή της συνέντευξης, ο Ταβερναράκης περιέγραψε τη δική του πορεία: σπουδές Βιολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, διδακτορικό στην Κρήτη, μεταδιδακτορικές στη Νέα Υόρκη και το Νιου Τζέρσεϊ, επιστροφή στην Ελλάδα πριν περίπου 25 χρόνια. Όπως εξήγησε, «η Μοριακή Βιολογία είναι ένας κλάδος της Βιολογίας που στην ουσία έχει σκοπό να καταλάβει πώς λειτουργούν τα μόρια που είναι μέσα στα κύτταρά μας, αυτά που κάνουν τις λειτουργίες που χρειάζονται για να επιβιώσουν τα κύτταρά μας». Τα κύτταρα, πρόσθεσε, «κάνουν όλες τις δουλειές που κάνουμε ως άνθρωποι. Έχουμε τα νευρικά μας κύτταρα που απαρτίζουν τον εγκέφαλό μας και μέσα από τη λειτουργία τους μπορούμε να θυμόμαστε, να σκεφτόμαστε».
Στην δεύτερη σκηνή, ο καθηγητής διευκρίνισε το ερευνητικό αντικείμενό του: «Αυτό με το οποίο ασχολούμαστε ερευνητικά ως εργαστήριο είναι η μελέτη του φαινομένου της γήρανσης. Πρόκειται για ένα βιολογικό φαινόμενο, όπως είναι η ανάπτυξη για παράδειγμα. Αντίστοιχα, ένα βιολογικό φαινόμενο είναι και η γήρανση, το οποίο εμείς προσπαθούμε να κατανοήσουμε. Δεν ασχολούμαστε με αντιγήρανση, δεν ασχολούμαστε με ευεξία, θέλω να το τονίσω αυτό». Και πρόσθεσε με Nachdruck: «Κάποιοι χρησιμοποιούν αποσπασματικά γνώσεις προκειμένου να πουλήσουν υποσχέσεις που δεν μπορούν να εκπληρώσουν. Υποσχέσεις για αύξηση της διάρκειας ζωής, υποσχέσεις για νεότητα, υποσχέσεις για ευζωία, μακροζωία. Είμαστε πολύ μακριά ακόμα από το να το πετύχουμε αυτό».
Υπάρχουν οργανισμοί που πρακτικά δεν γερνούν. «Για παράδειγμα, ένα υδρόβιο ζώο, η ύδρα, πρακτικά είναι αθάνατη. Στο εργαστήριο δεν τη βλέπουμε να γερνάει. Υπάρχουν οργανισμοί που μπορούν να ζήσουν για εκατοντάδες ή χιλιάδες χρόνια. Πολύ κοντινό μας παράδειγμα, η ελιά. Είναι ένα φυτό, ένας οργανισμός, που μπορεί να ζήσει χιλιάδες χρόνια». Ο λόγος: «αυτός ο οργανισμός καταφέρνει να ζει αιώνια γιατί μπορεί να ανανεώνει τα κύτταρά του γρηγορότερα απ’ ό,τι αυτά παθαίνουν βλάβες», μέσω βλαστοκυττάρων που διαθέτει. Αν αυτό μπορεί να μεταφερθεί στον άνθρωπο; «Αυτή είναι μια ερώτηση που πάντα μου την κάνουν. Είναι κάτι που αποτελεί ήδη αντικείμενο έρευνας, αλλά είμαστε ακόμα πολύ μακριά».
Στο ερώτημα αν θα ήταν βαρετός ένας άνθρωπος να ζήσει αιώνια, ο Ταβερναράκης απάντησε: «Τώρα μπαίνουμε σε χωράφια που αφορούν τη Φιλοσοφία και την Ψυχολογία. Εγώ προσωπικά, ναι, θα συμφώνουσα». Όπως συνεπείxase: «Αυτός είναι ο δρόμος της ζωής».
Στην τέταρτη σκηνή, ανάλυσε τον μηχανισμό: «Η γήρανση στην ουσία οφείλεται στη συσσώρευση βλαβών. Οτιδήποτε λειτουργεί υπόκειται σε βλάβες». Τα κύτταρα παράγουν παραπροϊόντα που τους βλάπτουν, και «ο μόνος τρόπος για να το σταματήσουμε αυτό θα ήταν να σταματήσουμε τη λειτουργία των κυττάρων, δηλαδή να πεθάνουμε». Υπάρχουν μηχανισμοί αυτο-επιδιόρθωσης, «αλλά οι μηχανισμοί αυτοί δεν είναι τέλειοι και ατονούν με τον χρόνο». Σε πειραματόζωα γίνεται ενίσχυση τους με αποτέλεσμα επέκταση διάρκειας ζωής, αλλά «αυτό δεν σημαίνει ότι τα ίδια αυτά πράγματα μπορούμε να τα κάνουμε στον άνθρωπο. Εκεί είναι η παρεξήγηση». Το πρόβλημα: «για να κάνουμε κάτι στον άνθρωπο θα πρέπει πρώτα να αποδείξουμε ότι αυτό είναι ασφαλές. Γιατί μπορεί άθελά μας, εάν δεν έχουμε πλήρη γνώση, να κάνουμε μια παρέμβαση θεωρώντας ότι αυτή θα φτιάξει την κατάσταση - και να έχει παρενέργειες τις οποίες δεν τις γνωρίζουμε».
Η μέγιστη διάρκεια ζωής του ανθρώπου είναι «γύρω στα 123 χρόνια», και το ποσοστό των υπεραιωνόβιων αυξάνεται. Κλινικές δοκιμές για γήρανση στον άνθρωπο «δεν υπάρχει σε εξέλιξη... Κάποιες έχουν σχεδιαστεί και πάνε να ξεκινήσουν εάν βρεθεί χρηματοδότηση - μιλάμε για την Αμερική και την Ευρώπη τώρα. Ελπίζω ότι θα ξεκινήσουν στα επόμενα χρόνια». Το θέμα ηθικής και δεοντολογίας είναι κρίσιμο: «γιατί μπορεί θεωρητικά κάποια στιγμή να φτάσουμε να μπορούμε να κάνουμε τέτοιες παρεμβάσεις στον άνθρωπο, το θέμα όμως είναι αν θέλουμε να τις κάνουμε... Αυτό είναι ένα ερώτημα όχι τόσο επιστημονικό, όσο κοινωνικό. Η κοινωνία πρέπει να αποφασίσει». Και προειδοποίησε για «το σύνδρομο του μαθητευόμενου μάγου»: άνθρωποι που «θεωρούν ότι επειδή καταφέραμε και κάναμε κάποια πράγματα σε πειραματόζωα, πλέον είναι θέμα χρόνου να τα κάνουμε και στον άνθρωπο... Μάλιστα αρχίζουν να κάνουν αντίστοιχες δοκιμές και στον άνθρωπο, πολλές φορές με καταστροφικά αποτελέσματα».
Σχετικά με τις κλινικές ευεξίας και αντιγήρανσης, διευκρίνισε: «Δεν μπορώ να σας πω, διάβασα κι εγώ αυτά που γράφονται, αλλά πολλές φορές γράφονται ανακρίβειες και υπερβολές. Αυτό που μπορώ να σας πω είναι ότι είναι ακόμα πολύ πρώιμο να λέμε ότι μπορούμε τις παρεμβάσεις που έχουμε κάνει σε πειραματόζωα να τις μεταφέρουμε στον άνθρωπο με ασφάλεια».
Στην εξάρτηση ψευδοεπιστήμης: «Αυτά τα φαινόμενα υπάρχουν προφανώς, δεν είναι τωρινά - και δεν αφορούν μόνο τον χώρο της γήρανσης. Για παράδειγμα, παλιότερα ακούγαμε για θεραπείες για τον καρκίνο, ακούγαμε για μαντζούνια... Ο άνθρωπος ως ον από τότε που συνειδητοποίησε τον θάνατο και την παροδικότητα της ύπαρξής του έχει την τάση να τον νικήσει. Αυτά πάντα υπήρξαν, απλώς τώρα έχουν περιτυλιχθεί και με τον μανδύα της ψευδοεπιστήμης». Οι εκμεταλλευτές «εκμεταλλεύονται κάποιοι επιτήδειοι την ευπιστία ορισμένων ανθρώπων ίσως, εκμεταλλεύονται και την υπερβολή με την οποία πολλές φορές προβάλλονται σε μέσα μαζικής ενημέρωσης οι επιστημονικές ανακαλύψεις».
Η σύσταση του για υγεία: «να συμβουλευτεί τον θεράποντα ιατρό του. Να μην κάνει καταχρήσεις, τα προφανή. Να μην καπνίζουμε, να μην πίνουμε, να αποφεύγουμε την κατανάλωση φαγητών τα οποία μπορεί να μην είναι υγιεινά, την υπερβολική κατανάλωση φαγητού».
Στην κληρονομικότητα: παράδειγμα ομοζυγωτικών διδύμων που γεννιούνται την ίδια μέρα και ο ένας ζει 10-20 χρόνια παραπάνω. «Η γήρανση είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό κληρονομική. Αν οι γονείς μας και οι παππούδες μας ζήσανε πολλά χρόνια, τότε είναι πολύ πιθανόν και εμείς να ζήσουμε πολλά χρόνια, εκτός εάν βέβαια καταστρέψουμε την υγεία μας για άλλους λόγους». Το μπότοξ και οι κρέμες «δεν επηρεάζουν τη γήρανση όμως. Μπορούν να κάνουν το δέρμα να μοιάζει νεότερο, αντιμετωπίζουν δηλαδή την εικόνα και όχι τη βαθιά αιτία, τη ρίζα του κακού».
Στη βιοηθική, αναφέρησε την υπόθεση του Κινέζου επιστήμονα το 2018 που άλλαξε DNA ανθρώπινων εμβρύων για ανθεκτικότητα στον ιό του AIDS: «Αυτό όμως ήταν παράνομο και εξακολουθεί να είναι παράνομο ακριβώς λόγω βιοηθικών κανόνων... Αφαιρέθηκε ένα γονίδιο που έχει να κάνει με την είσοδο του ιού του AIDS. Το γονίδιο αυτό όμως μπορεί να κάνει και κάτι χρήσιμο στον οργανισμό, δεν το γνωρίζουμε». Σχετικά με την ευγονική: «Η ευγονική είναι κάτι απαγορευμένο. Αυτό πήγε να κάνει και ο Μένγκελε που αναφέρατε - η άρια φυλή. Πάμε να φτιάξουμε ένα πρότυπο επειδή έτσι το έχουμε εμείς στο μυαλό μας, αλλά αυτό μπορεί να οδηγήσει τελικά στην καταστροφή του ανθρώπινου είδους».
Για την πλασμαφαίρεση: «Η πλασμαφαίρεση είναι μια διαδικασία που ενδείκνυται κάτω από αυστηρά ιατρική παρακολούθηση... Αυτό βοηθάει στην αντιγήρανση; Δεν το ξέρουμε, δεν έχει αποδειχτεί κάτι τέτοιο. Μπορεί ναι, μπορεί όχι. Δεν έχει αποδειχθεί ότι βοηθάει. Και όποιος λέει ότι βοηθάει, κάνει λάθος».
Στα εμβόλια COVID: «Τα εμβόλια αυτά αποδείχτηκε ότι ήταν από τα πιο ασφαλή φάρμακα γιατί χρησιμοποιήθηκαν σε εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους και σε ποσοστό οι παρενέργειες ήταν πολύ χαμηλότερες από ό,τι άλλων φαρμάκων... Τα εμβόλια αυτά αποδεδειγμένα έσωσαν εκατομμύρια ζωές».
Το συνέδριο Βιοκαινοτομίας αφορά «τη μεταφορά της γνώσης σε εφαρμογές... έρευνα που θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέα φάρμακα για τον καρκίνο, για νευροεκφυλιστικά νοσήματα... πιο έγκαιρη διάγνωση πολλών κληρονομικών ασθενειών ήδη από πριν να γεννηθεί κάποιος».
Και στο τελικό ερώτημα για το σεξ και τη μακροζωία, η απάντηση ήταν κατηγορηματική: «Για τη μακροζωία τίποτε δεν είναι αποδεδειγμένο και τεκμηριωμένο, ούτε για το σεξ».