CNN: Στο Ιράν ο Τραμπ κινδυνεύει να πέσει στην παγίδα που έπεσε ο Μπους στο Ιράκ

Τραμπ και Ιράν: Το ριψοκίνδυνο στοίχημα που ξυπνά μνήμες από το Ιράκ

Πολιτική
Δημοσιεύθηκε  · 3 λεπτά ανάγνωση

Η ιστορία κάνει κύκλους στην Ουάσιγκτον. Ο Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος αναρριχήθηκε στην εξουσία εκμεταλλευόμενος την οργή των πολιτών για τις αποτυχίες του πολέμου στο Ιράκ, φαίνεται τώρα να ακολουθεί ένα γνώριμο και επικίνδυνο μονοπάτι. Είναι τουλάχιστον ειρωνικό το γεγονός ότι οι σημερινές στρατηγικές του επιλογές και η ρητορική του θυμίζουν έντονα τους χειρισμούς του Τζορτζ Μπους το 2003, οι οποίοι οδήγησαν σε μία από τις μεγαλύτερες γεωπολιτικές καταστροφές στη Μέση Ανατολή.

Αυτή τη στιγμή, αν και δεν έχει ληφθεί οριστική απόφαση για στρατιωτική επέμβαση, η αμερικανική παρουσία στην περιοχή είναι τρομακτική. Η συγκέντρωση ναυτικής και αεροπορικής ισχύος είναι η μεγαλύτερη που έχει καταγραφεί από την εποχή της εισβολής που ανέτρεψε τον Σαντάμ Χουσεΐν. Αυτή η πίεση στοχεύει να αναγκάσει το Ιράν σε υποχώρηση κατά τις διμερείς συνομιλίες στη Γενεύη, που ξεκινούν σήμερα Πέμπτη (26/2). Ωστόσο, υπάρχει ένα μεγάλο ρίσκο: αν η διπλωματία αποτύχει, η επιστροφή αυτών των δυνάμεων στις βάσεις τους χωρίς αποτέλεσμα θα μπορούσε να πλήξει ανεπανόρθωτα το κύρος του Αμερικανού προέδρου.

Παρά την πολεμική ετοιμότητα των ενόπλων δυνάμεων, η κοινή γνώμη στις ΗΠΑ παραμένει εξαιρετικά επιφυλακτική. Ο Τραμπ κέρδισε τις εκλογές υποσχόμενος απεμπλοκή από τα μέτωπα του εξωτερικού, κάτι που εξηγεί την έλλειψη ενός ξεκάθαρου επιχειρήματος για έναν νέο πόλεμο. Ενώ ο Μπους αφιέρωσε μήνες για να «χτίσει» την υποστήριξη της κοινής γνώμης, η τωρινή κυβέρνηση περιορίζεται σε ασαφείς δικαιολογίες. Στην πρόσφατη ομιλία του, ο Τραμπ προειδοποίησε ότι η Τεχεράνη δεν πρέπει να αποκτήσει πυρηνικά, παρά το γεγονός ότι πέρυσι ισχυριζόταν πως το πυρηνικό πρόγραμμα είχε ήδη εξουδετερωθεί.

«Έχουν ήδη αναπτύξει πυραύλους που μπορούν να απειλήσουν την Ευρώπη και τις βάσεις μας στο εξωτερικό και εργάζονται για την κατασκευή πυραύλων που σύντομα θα φτάσουν στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής», δήλωσε χαρακτηριστικά ο Τραμπ. Αυτή η ρητορική περί πυραυλικής απειλής ανακαλεί μνήμες από το 2002, όταν ο Μπους υποστήριζε ότι οι Ιρακινοί πύραυλοι απειλούσαν συμμάχους των ΗΠΑ και ότι ο Σαντάμ αναζητούσε τρόπους να χρησιμοποιήσει drones για επιθέσεις με χημικά όπλα.

Οι αναλυτές προειδοποιούν για τις απρόβλεπτες συνέπειες μιας πιθανής ανατροπής του καθεστώτος. Αν η Τεχεράνη καταρρεύσει, το κενό εξουσίας ενδέχεται να καλυφθεί από το σκληροπυρηνικό Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης, οδηγώντας σε μια νέα, εξίσου εχθρική ηγεσία. Ο απεσταλμένος των ΗΠΑ, Στιβ Γουίτκοφ, εξέφρασε την απορία της κυβέρνησης για τη στάση του Ιράν: «Γιατί, υπό αυτή την πίεση, με την ποσότητα θαλάσσιας και ναυτικής ισχύος εκεί, γιατί δεν ήρθαν να μας πούνε ότι δεν θέλουν όπλα και να ρωτήσουν για το τι θα έπρεπε να κάνουν;».

Η διπλωματική οδός παραμένει ανοιχτή, με τον Τζάρεντ Κούσνερ και τον Στιβ Γουίτκοφ να ηγούνται των επαφών. Το αποτέλεσμα θα εξαρτηθεί από το αν το Ιράν θα προσφέρει παραχωρήσεις που ο Τραμπ θα μπορέσει να παρουσιάσει ως θρίαμβο, όπως συνηθίζει να κάνει ακόμα και σε περιπτώσεις απόρριψης, όπως συνέβη με το ζήτημα της Γροιλανδίας τον Ιανουάριο. Παρόλο που η Τεχεράνη δείχνει σημάδια συμβιβασμού στο ουράνιο, το ζήτημα των πυραύλων παραμένει αγκάθι. Για τον Τραμπ, η στρατιωτική δράση παραμένει μια δελεαστική επιλογή που θα μπορούσε να αναδιαμορφώσει ριζικά τη Μέση Ανατολή, εκμεταλλευόμενος την τρέχουσα αποδυνάμωση των τρομοκρατικών δικτύων της περιοχής.