Τραμπ εναντίον Ιράν: Το ριψοκίνδυνο παιχνίδι και το φάντασμα του Ιράκ
Μια επικίνδυνη επανάληψη της Ιστορίας φαίνεται να εκτυλίσσεται στον ορίζοντα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, με τον Ντόναλντ Τραμπ να ρισκάρει μια παγίδα παρόμοια με εκείνη που οδήγησε τις ΗΠΑ στον πόλεμο του Ιράκ το 2003. Σύμφωνα με ανάλυση του CNN, η ειρωνεία είναι διάχυτη: ο Τραμπ ίσως να μην είχε φτάσει ποτέ στο αξίωμα του προέδρου χωρίς το κύμα λαϊκής δυσαρέσκειας που προκάλεσε η εισβολή στο Ιράκ και η κατάρρευση της εμπιστοσύνης προς την πολιτική ελίτ. Ωστόσο, σήμερα ο Ρεπουμπλικανός ηγέτης υιοθετεί στρατηγικές και ρητορική που θυμίζουν έντονα την εποχή του Τζορτζ Μπους του νεότερου.
Αν και δεν έχει ληφθεί επίσημη απόφαση για στρατιωτικό πλήγμα κατά της Τεχεράνης, η μαζική συγκέντρωση αμερικανικών ναυτικών και αεροπορικών δυνάμεων στην περιοχή αποτελεί τη μεγαλύτερη στρατιωτική κινητοποίηση από την εποχή της ανατροπής του Σαντάμ Χουσεΐν. Αυτή η επίδειξη ισχύος θα μπορούσε να λειτουργήσει ως μοχλός πίεσης στις κρίσιμες συνομιλίες μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης στη Γενεύη. Παρόλα αυτά, χωρίς ένα «τεράστιο διπλωματικό άλμα», μια πιθανή αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων χωρίς απτά αποτελέσματα θα μπορούσε να πλήξει ανεπανόρθωτα το κύρος του Τραμπ.
Η κυβέρνηση του Τραμπ, η οποία γεννήθηκε από το κίνημα MAGA και την έντονη αποστροφή του προς τις ξένες στρατιωτικές εμπλοκές, αντιμετωπίζει μια εσωτερική αντίφαση. Η ανάλυση επισημαίνει ότι δεν έχει παρουσιαστεί ακόμη ένα συνεκτικό επιχείρημα υπέρ ενός πολέμου, τον οποίο η ίδια η κυβέρνηση απειλεί να διεξαγάγει. Σε αντίθεση με τον Μπους, ο οποίος προετοίμαζε την κοινή γνώμη επί μήνες —έστω και με ψευδή στοιχεία για όπλα μαζικής καταστροφής—, η τωρινή κυβέρνηση προσφέρει «αδιαφανείς και συγκεχυμένες» δικαιολογίες. Στην ομιλία του για την Κατάσταση του Έθνους, ο Τραμπ διαμήνυσε πως το Ιράν «δεν πρέπει ποτέ να αποκτήσει πυρηνική βόμβα», παρά το γεγονός ότι πέρυσι ισχυριζόταν πως είχε ήδη «εξαλείψει» το πυρηνικό πρόγραμμα της χώρας.
Οι ιστορικές αναλογίες γίνονται ακόμη πιο έντονες όταν πρόκειται για το πυραυλικό πρόγραμμα του Ιράν. «Έχουν ήδη αναπτύξει πυραύλους που μπορούν να απειλήσουν την Ευρώπη και τις βάσεις μας στο εξωτερικό, και εργάζονται για να κατασκευάσουν πυραύλους που σύντομα θα φτάνουν στις Ηνωμένες Πολιτείες», υποστήριξε ο Τραμπ. Αυτή η επίκληση απειλής κατά της αμερικανικής επικράτειας φέρνει στο μυαλό τις προειδοποιήσεις του Μπους το 2002 και τις δηλώσεις του Ντικ Τσέινι για «πυρηνικό εκβιασμό», οι οποίες αργότερα κατέρρευσαν, πλήττοντας την αξιοπιστία της Ουάσιγκτον. Επιπλέον, υπάρχει ο φόβος της επανάληψης του λάθους της «επόμενης ημέρας». Ενώ το Ιράν θεωρείται πιο ανθεκτικό κράτος από το Ιράκ του 2003, η κυβέρνηση Τραμπ δεν έχει διευκρινίσει τι θα ακολουθούσε μια πιθανή ανατροπή του καθεστώτος. Ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου, στρατηγός Νταν Κέιν, αδυνατεί να προβλέψει το αποτέλεσμα, ενώ οι μυστικές υπηρεσίες φοβούνται πως οι σκληροπυρηνικοί των Φρουρών της Επανάστασης θα ήταν οι πιθανότεροι διάδοχοι.
«Η λογική της Ουάσιγκτον συχνά διαλύεται στην επαφή με τον καυτό και σκονισμένο αέρα της Μέσης Ανατολής», σημειώνεται χαρακτηριστικά, προειδοποιώντας για την επικίνδυνη «ύβρη» της εξουσίας. Ο Τραμπ, πάντως, εμφανίζεται αισιόδοξος, γράφοντας στα social media πως αν υπάρξει δράση, «θα είναι κάτι που θα κερδηθεί εύκολα», μια φράση που «ίσως αξίζει να τα θυμόμαστε». Στο διπλωματικό πεδίο, ο Στιβ Γουίτκοφ και ο Τζάρεντ Κούσνερ ηγούνται επαφών με διαμεσολάβηση του Ομάν, αναζητώντας μια «συνθηκολόγηση» που ο Τραμπ θα μπορούσε να παρουσιάσει ως θρίαμβο. Αν και μια στρατιωτική επιτυχία θα μπορούσε να του χαρίσει μια θέση στην Ιστορία δίπλα σε ονόματα όπως οι Κάρτερ, Ρίγκαν, Κλίντον, Μπους και Ομπάμα που απέτυχαν να κάμψουν την Τεχεράνη, ο κίνδυνος ενός κοστοβόρου λάθους παραμένει υπαρκτός. Το ερώτημα παραμένει: θα επικρατήσει η διπλωματία ή η αναζήτηση μιας υστεροφημίας μέσα από τις φλόγες μιας απρόβλεπτης σύγκρουσης;