Το έξυπνο εσώρουχο που μετρά την υγεία του εντέρου με ακρίβεια
Η απάντηση στο ερώτημα για το πόσες φορές αεριζόμαστε καθημερινά μπορεί να αποτελεί σημαντικό δείκτη για την κατανόηση της υγείας του εντέρου μας. Αμερικανοί ερευνητές ανέπτυξαν ένα πρωτοποριακό «έξυπνο εσώρουχο», το οποίο αποτελεί το πρώτο εργαλείο παγκοσμίως που καταγράφει με απόλυτη ακρίβεια τις φύσες, δηλαδή τα εντερικά αέρια.
Όπως δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση Biosensors and Bioelectronics, η τεχνολογία αυτή έρχεται να καλύψει ένα σημαντικό κενό στη γαστρεντερολογία. Για δεκαετίες, η αντικειμενική παρακολούθηση του μετεωρισμού ήταν μια πρόκληση. Χαρακτηριστική είναι η δήλωση του γαστρεντερολόγου Μάικλ Λέβιτ από το 2000, ο οποίος σημείωνε πως «είναι πρακτικά αδύνατο για έναν γιατρό να καταγράψει αντικειμενικά την παρουσία υπερβολικής ποσότητας αερίου με τα διαθέσιμα τεστ».
Οι ερευνητές του Πανεπιστημίου του Μέριλαντ τοποθέτησαν στο εσωτερικό του εσώρουχου έναν αισθητήρα που ανιχνεύει το υδρογόνο. Τα αποτελέσματα των πειραμάτων ανέτρεψαν τα μέχρι τώρα δεδομένα: οι υγιείς ενήλικοι αερίζονται κατά μέσο όρο 32 φορές την ημέρα, αριθμός διπλάσιος από τις 14 φορές που αναφέρονταν στην παλαιότερη βιβλιογραφία. Οι διαφορές από άτομο σε άτομο είναι μεγάλες, με τις μετρήσεις να κυμαίνονται από 4 έως 59 φορές ημερησίως.
Οι προηγούμενες εκτιμήσεις φαίνεται πως έπεφταν έξω λόγω της δυσκολίας στην καταγραφή, ειδικά κατά τη διάρκεια του ύπνου. Ο Μπράντλεϊ Χολ, εκ των συγγραφέων της μελέτης, τόνισε πως «Η αντικειμενική μέτρηση μας δίνει την ευκαιρία να αυξήσουμε την επιστημονική εγκυρότητα σε έναν τομέα που ήταν δύσκολο να μελετηθεί». Καθώς το υδρογόνο παράγεται αποκλειστικά από τα μικρόβια του εντέρου, η μέτρηση του αποκαλύπτει τη δραστηριότητα του μικροβιώματος στην επεξεργασία των τροφών.
«Φανταστείτε το σαν μετρητή γλυκόζης αλλά για τα αέρια του εντέρου» εξήγησε ο Χολ, προσθέτοντας πως χωρίς σημεία αναφοράς, είναι δύσκολο να οριστεί τι είναι πραγματικά υπερβολικό. Πλέον, η ομάδα λανσάρει τον Άτλαντα Ανθρώπινων Αερίων, ένα πρόγραμμα που θα μελετήσει εκατοντάδες εθελοντές για να καθιερώσει βάσεις αναφοράς, βοηθώντας στην αξιολόγηση του πώς οι διατροφικές παρεμβάσεις ή τα προβιοτικά αλλάζουν τη δραστηριότητα του εντέρου.