Νέο θερμό επεισόδιο για τον έλεγχο της Fed

Πόλεμος Τραμπ-Fed: Ποινική δίωξη στον Πάουελ; Τι κρύβεται πίσω;

Πολιτική
Δημοσιεύθηκε  · 9 λεπτά ανάγνωση

Σε μια άνευ προηγουμένου κλιμάκωση, η σύγκρουση μεταξύ του Ντόναλντ Τραμπ και του Τζερόμ Πάουελ, προέδρου της Federal Reserve, έχει φτάσει σε νέα επίπεδα, καθώς ο Λευκός Οίκος εντείνει τις πιέσεις. Απειλείται πλέον με ποινική δίωξη για σχόλια στο Κογκρέσο σχετικά με ένα έργο ανακαίνισης κτιρίου, μια ενέργεια που ο Πάουελ χαρακτήρισε «πρόσχημα» για να αποκτήσει ο Τραμπ μεγαλύτερη επιρροή στα επιτόκια, τα οποία επιθυμεί διακαώς να μειώσει. Για πρώτη φορά, ο Πάουελ αντιπαρατίθεται ανοιχτά στον Τραμπ για την ανεξαρτησία της Fed, εγκαταλείποντας την τακτική των μετριοπαθών απαντήσεων στις προηγούμενες επιθέσεις.

Η κίνηση αυτή αποτελεί την τελευταία εξέλιξη σε μια μακροχρόνια προσπάθεια του Τραμπ να αποκτήσει μεγαλύτερο έλεγχο της Fed, η οποία ξεκίνησε με την έναρξη της θητείας του Πάουελ το 2018. Διακυβεύεται η ανεξαρτησία της σημαντικότερης κεντρικής τράπεζας στον κόσμο, η οποία αποτελεί θεμέλιο της οικονομικής πολιτικής των ΗΠΑ και ακρογωνιαίο λίθο του χρηματοπιστωτικού της συστήματος. Η Fed οφείλει να καθορίζει τη νομισματική πολιτική των ΗΠΑ χωρίς την επιρροή εκλεγμένων αξιωματούχων όπως ο Τραμπ, οι οποίοι επιθυμούν φθηνότερα κόστη δανεισμού για λόγους πολιτικής απήχησης. Όπως σχολιάζει ο επικεφαλής οικονομολόγος της Goldman Sachs, Γιαν Χάτζιους, «τα τελευταία νέα για την ποινική έρευνα κατά του Πάουελ σαφέστατα ενισχύουν τις ανησυχίες για την ανεξαρτησία της Fed».

Η κλιμάκωση αυτή, που έρχεται μόλις δύο εβδομάδες πριν από τη συζήτηση ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου της προσπάθειας του Τραμπ να απολύσει την αξιωματούχο της Fed, Λίζα Κουκ, προκάλεσε αρνητικές αντιδράσεις στις αγορές. Οι επενδυτές παρακολουθούν στενά την αντιπαράθεση Τραμπ-Fed από τότε που ο πρώτος επανεξελέγη το 2024. Τη Δευτέρα, το δολάριο ΗΠΑ κατέγραψε τη μεγαλύτερη πτώση των τελευταίων τριών εβδομάδων, ο χρυσός εκτοξεύτηκε σε νέο ιστορικό υψηλό στα 4.600 δολάρια ανά ουγγιά, η απόδοση του 10ετούς ομολόγου των ΗΠΑ ενισχύθηκε και η Wall Street σημείωσε ισχυρή πτώση στο άνοιγμα.

Ο Πάουελ θα ολοκληρώσει τη θητεία του ως πρόεδρος τον Μάιο, αλλά η θητεία του ως μέλους του διοικητικού συμβουλίου της Fed εκτείνεται έως το 2028. Δεν έχει ακόμη διευκρινίσει αν θα αποχωρήσει ή αν θα παραμείνει στο Δ.Σ. Ο Τραμπ έχει ήδη επιλέξει τον διάδοχό του, χωρίς να αποκαλύψει το όνομά του, τονίζοντας ότι θα είναι «κάποιος που πιστεύει σε χαμηλότερα επιτόκια, κατά πολύ». Υποψήφιοι για τη θέση είναι ο οικονομικός σύμβουλος του Λευκού Οίκου, Κέβιν Χάσετ, ο πρώην διοικητής της Fed, Κέβιν Γουόρς, ο διοικητής Κρίστοφερ Γουόλερ και το ανώτερο στέλεχος της BlackRock, Ρικ Ρίντερ.

Η αποκάλυψη της τελευταίας επίθεσης του Λευκού Οίκου έγινε από τον ίδιο τον Πάουελ, ο οποίος δήλωσε ότι η Fed έλαβε κλητεύσεις από το υπουργείο Δικαιοσύνης σχετικά με σχόλια που έκανε στο Κογκρέσο το καλοκαίρι για τις υπερβάσεις κόστους σε ένα έργο ανακαίνισης κτιρίου 2,5 δισ. δολαρίων στο συγκρότημα των κεντρικών γραφείων της Fed στην Ουάσιγκτον. Η Fed αποδίδει την αύξηση στο υψηλότερο κόστος υλικών και εργασίας, καθώς και σε απρόβλεπτα προβλήματα, όπως η ύπαρξη τοξικών υλικών. Κατά την κατάθεσή του στο Κογκρέσο, ο Πάουελ είχε διαψεύσει δημοσιεύματα περί «πολυτελών» χαρακτηριστικών του έργου, σημειώνοντας ότι ορισμένα στοιχεία των αρχικών σχεδίων δεν περιλαμβάνονται πλέον στο τελικό πλάνο.

«Την Παρασκευή το υπουργείο Δικαιοσύνης επέδωσε στη Fed κλητεύσεις, απειλώντας με ποινική δίωξη σχετικά με την κατάθεσή μου ενώπιον της Επιτροπής Τραπεζών της Γερουσίας τον περασμένο Ιούνιο», δήλωσε ο Πάουελ, τονίζοντας παράλληλα: «Εχω βαθύ σεβασμό για το κράτος δικαίου και για τη λογοδοσία στη δημοκρατία μας. Κανείς –σίγουρα όχι ο πρόεδρος της Fed– δεν είναι υπεράνω του νόμου». Πρόσθεσε, όμως, ότι «αυτή η άνευ προηγουμένου ενέργεια θα πρέπει να εξεταστεί στο ευρύτερο πλαίσιο των απειλών της κυβέρνησης και της συνεχιζόμενης πίεσης» για χαμηλότερα επιτόκια και γενικότερα για μεγαλύτερη επιρροή στη Fed.

Ο Πάουελ κατέληξε λέγοντας: «Αυτή η νέα απειλή δεν αφορά την κατάθεσή μου τον περασμένο Ιούνιο ή την ανακαίνιση των κτιρίων της Ομοσπονδιακής Τράπεζας. Δεν αφορά τον εποπτικό ρόλο του Κογκρέσου. Αυτά είναι προσχήματα. Η απειλή ποινικών διώξεων είναι συνέπεια του ότι η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ καθορίζει τα επιτόκια με βάση την καλύτερη εκτίμησή μας για το τι θα εξυπηρετήσει το κοινό, αντί να ακολουθεί τις προτιμήσεις του προέδρου».

Ο Τραμπ δήλωσε ότι δεν γνώριζε τις ενέργειες του υπουργείου Δικαιοσύνης. «Δεν γνωρίζω τίποτα γι’ αυτό, αλλά σίγουρα δεν είναι πολύ καλός στη Fed και δεν είναι πολύ καλός στην κατασκευή κτιρίων», είπε χαρακτηριστικά για τον Πάουελ.

Από τότε που ανέλαβε τα καθήκοντά του τον Ιανουάριο του 2025, ο Τραμπ έχει απαιτήσει από τη Fed να μειώσει απότομα τα επιτόκια, κατηγορώντας την πολιτική της ότι κρατάει πίσω την οικονομία. Έχει μάλιστα θέσει στο τραπέζι ακόμη και την απόλυση του Πάουελ, παρά τις νομικές προστασίες που φαινομενικά καλύπτουν τον πρόεδρο της Fed από την απομάκρυνση.

Η ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών, τουλάχιστον στον καθορισμό των επιτοκίων με σκοπό τον έλεγχο του πληθωρισμού, θεωρείται κεντρική αρχή μιας ισχυρής οικονομικής πολιτικής. Απομονώνει τους υπεύθυνους χάραξης νομισματικής πολιτικής από βραχυπρόθεσμες πολιτικές σκέψεις και τους επιτρέπει να επικεντρωθούν σε μακροπρόθεσμες προσπάθειες για τη διατήρηση σχετικά σταθερών τιμών.

Πρώην αξιωματούχοι και οικονομολόγοι της Fed περιέγραψαν την κατάσταση ως βαθιά ανησυχητική. Ο καθηγητής του Cornell, Εσβαρ Πρασάντ, υποστήριξε ότι καταδεικνύει την αποφασιστικότητα της κυβέρνησης να επηρεάσει την πολιτική της Fed μέσω νομικών απειλών. Ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής και μέλος της Επιτροπής Τραπεζών της Γερουσίας, Τομ Τίλις, προειδοποίησε ότι η αξιοπιστία του ίδιου του υπουργείου Δικαιοσύνης βρίσκεται σε κίνδυνο και δήλωσε ότι θα αντιταχθεί στην επικύρωση οποιουδήποτε διαδόχου του Πάουελ μέχρι να επιλυθεί το νομικό ζήτημα.

Ο Πίτερ Κόντι-Μπράουν, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Πενσυλβάνια, δήλωσε ότι η έρευνα για τον Πάουελ «είναι μία από τις χειρότερες στιγμές στην προεδρία Τραμπ και στην ιστορία των κεντρικών τραπεζών». Και πρόσθεσε: «Το Κογκρέσο δεν σχεδίασε τη Fed ώστε να αντικατοπτρίζει τις καθημερινές διαθέσεις του προέδρου και επειδή η Fed έχει απορρίψει τις προσπάθειες του Τραμπ να την καταρρίψει, εξαπολύει όλο το βάρος του αμερικανικού ποινικού δικαίου εναντίον του προέδρου της».

Οι αναλυτές διαμηνύουν ότι η αξιοπιστία των κεντρικών τραπεζών θεωρείται σημαντικό asset και αν τεθεί σε κίνδυνο, θα «κοστίσει» στις αγορές. Οι μεγάλες κεντρικές τράπεζες, όπως οι Fed και ΕΚΤ, κατάφεραν να χαλιναγωγήσουν τελικά τον πληθωρισμό γιατί οι αγορές τις «άκουσαν». Όπως επισημαίνει η JP Morgan, «μια τέτοια κίνηση ενέχει τον κίνδυνο πολιτικοποίησης της νομισματικής πολιτικής, υπονομεύοντας την αξιοπιστία της Fed στην επίτευξη της διπλής εντολής της. Με την πάροδο του χρόνου, αυτό θα μπορούσε να αποδυναμώσει τις προσδοκίες για τον πληθωρισμό και να αυξήσει το ασφάλιστρο διάρκειας των αμερικανικών περιουσιακών στοιχείων».

Ο οικονομολόγος της Berenberg, Ατακάν Μπακισκάν, εκτιμά ότι «μια Fed που ευθυγραμμίζεται στενότερα με την πολιτική θα μπορούσε να προκαλέσει υψηλότερο πληθωρισμό για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, πιθανώς αρνητικά πραγματικά επιτόκια στο βραχυπρόθεσμο άκρο της καμπύλης, αυξημένα μακροπρόθεσμα επιτόκια δανεισμού και ένα πιο αδύναμο δολάριο».

Ο Νάιτζελ Γκριν, διευθύνων σύμβουλος της deVere Group, προειδοποιεί ότι η ανεξαρτησία της Fed δέχεται επίθεση και οι αγορές δεν θα το ανεχτούν. «Η χρήση νομικών μηχανισμών ξεπερνάει ένα όριο που έχει τεράστια σημασία για τις αγορές. Οι επενδυτές αποτιμούν τα περιουσιακά στοιχεία με βάση την υπόθεση ότι η νομισματική πολιτική των ΗΠΑ καθορίζεται από οικονομικά στοιχεία, όχι από πολιτική βούληση. Οταν αυτή η υπόθεση αποδυναμώνεται, ο κίνδυνος αυξάνεται παντού, άμεσα και ορατά». Και προσθέτει ότι «η Fed καθορίζει τον τόνο για τις οικονομικές συνθήκες πολύ πέρα από τα σύνορα των ΗΠΑ. Οι ροές κεφαλαίων προς την Ευρώπη, την Ασία και τις αναδυόμενες αγορές ανταποκρίνονται άμεσα στα σήματα της Fed».

Συζητήσεις μεταξύ των κεντρικών τραπεζιτών στο περιθώριο της συνόδου της Fed στο Jackson Hole πέρυσι το καλοκαίρι αποκάλυψαν ότι ένα σενάριο στο οποίο η Fed βλέπει την ικανότητά της να αντιμετωπίζει τον πληθωρισμό να τίθεται σε κίνδυνο από την απώλεια της ανεξαρτησίας της, αποτελεί άμεση απειλή για την οικονομική σταθερότητα γενικότερα. Θα συνεπαγόταν μεγάλη αναταραχή στις χρηματοπιστωτικές αγορές, με τους επενδυτές να απαιτούν μεγαλύτερο ασφάλιστρο για την κατοχή αμερικανικών ομολόγων και να επαναξιολογούν την κατάσταση των κρατικών τίτλων ως την κινητήρια δύναμη του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Κατά τη διάρκεια του 2025 ο Τραμπ επιτέθηκε αρκετές φορές στον Τζερόμ Πάουελ, κατηγορώντας τον ότι «άργησε πολύ και έκανε λάθος» σχετικά με τα επιτόκια και προσθέτοντας ότι «η λήξη της θητείας του παραείναι μακριά». Εφθασε στο να αποκαλέσει τον Πάουελ «τεράστιο loser», διαμηνύοντας πως αν θέλει να τον απολύσει «θα φύγει πολύ γρήγορα, πιστέψτε με».

Δεν ήταν η πρώτη φορά που ο Τραμπ πραγματοποίησε επίθεση στον Πάουελ. Και κατά την πρώτη θητεία του, όταν μάλιστα ο ίδιος είχε επιλέξει τον Πάουελ να αναλάβει το τιμόνι της Fed, προσπάθησε να τον απομακρύνει καθώς και τότε θεωρούσε ότι κινείτο πολύ αργά όσον αφορά τις μειώσεις των επιτοκίων. «Ολοι οι ανόητοι (boneheads) εκεί στη Fed, να μειώσουν τα επιτόκια σε αρνητικό έδαφος», είχε πει το 2019. Η Fed μείωσε εκείνο το έτος τα επιτόκια, αλλά όχι λόγω της πίεσης του Τραμπ, αλλά για να στηρίξει την οικονομία λόγω της μεγάλης αβεβαιότητας που είχαν δημιουργήσει οι δασμοί των ΗΠΑ.

Η πανδημία και η πληθωριστική κρίση ανάγκασαν τον Πάουελ να μειώσει περαιτέρω και γρήγορα τα επιτόκια κοντά στο μηδέν, αποτρέποντας μια άμεση αντιπαράθεση με τον Τραμπ μέχρι τη λήξη της θητείας του το 2021.

Με την επιστροφή του Τραμπ στον Λευκό Οίκο, ο Πάουελ ήταν προετοιμασμένος για «ανάφλεξη» της μεταξύ τους κατάστασης. Πριν από τις εκλογές, τον Αύγουστο του 2024, ο Τραμπ είχε δηλώσει ότι «θα πρέπει να έχει λόγο στη νομισματική πολιτική» κατά τη δεύτερη θητεία του. Μετά την εκλογή του Τραμπ τον Νοέμβριο, ο Πάουελ δήλωσε ότι δεν θα παραιτηθεί εάν του ζητηθεί από τον πρόεδρο και τόνισε ότι, σύμφωνα με τον νόμο, οι πρόεδροι δεν μπορούν να απολύσουν ή να υποβιβάσουν τον πρόεδρο της Fed.

Το σημαντικό είναι πως ο Πάουελ, αντίθετα με τον Τραμπ, έχει κερδίσει την εμπιστοσύνη των αγορών. Όπως σημειώνει ο Νάιτζελ Γκριν της deVere Group, «ο Πάουελ έκανε αυτό που λίγοι θα μπορούσαν: έμεινε σταθερός στις απόψεις του υπό ακραία πολιτική πίεση και συνέχισε να στηρίζει τις προσδοκίες για τον πληθωρισμό και την οικονομία. Οι αγορές τον εμπιστεύονται».

Η ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών αποτελεί «κανόνα» για τις αγορές τις τελευταίες δεκαετίες, δίνοντας τη δυνατότητα στους υπευθύνους χάραξης πολιτικής να αυξάνουν τα επιτόκια για τον έλεγχο του πληθωρισμού, ανεξάρτητα από τις πολιτικές συνέπειες. Ωστόσο, η πολιτική ανάμειξη στη Fed έχει μακρά ιστορία. Αν και ο νόμος του Κογκρέσου που δημιούργησε τη Fed το 1913 της παρείχε κάποια προστασία από τους πολιτικούς, στην πράξη το υπουργείο Οικονομικών ήλεγχε την κεντρική τράπεζα στα πρώτα χρόνια της. Προκειμένου να χρηματοδοτήσει τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Fed συμφώνησε να περιορίσει το κόστος δανεισμού αγοράζοντας κρατικά ομόλογα και διατηρώντας τις αποδόσεις τους χαμηλές. Η Allianz παρατηρεί ότι τέτοια πολιτική πίεση στη Fed όπως η σημερινή δεν έχει υπάρξει από τη δεκαετία του 1970.