Μπλακ άουτ στο FIR Αθηνών: Αναπάντητα ερωτήματα και ανησυχία για το μέλλον
Σοβαρά ερωτήματα σχετικά με τα αίτια του μπλακ άουτ στο FIR Αθηνών παραμένουν αναπάντητα, τέσσερις ημέρες μετά το πρωτοφανές περιστατικό της Κυριακής (04/01). Το συμβάν αυτό προκάλεσε καθυστερήσεις και ακυρώσεις πτήσεων σε ολόκληρη την Ελλάδα, δημιουργώντας χάος και ταλαιπωρία.
Ο πρόεδρος της Ένωσης Ελεγκτών Εναέριας Κυκλοφορίας Ελλάδας, Παναγιώτης Ψαρός, μιλώντας στο ΕΡΤnews και την εκπομπή ΣΥΝΔΕΣΕΙΣ, δήλωσε ότι μέχρι το πρωί της Τετάρτης δεν είχε αποσαφηνιστεί τι ακριβώς συνέβη, ούτε πώς αποκαταστάθηκε η βλάβη. «Δεν ξέρουμε γιατί έγινε, δεν ξέρουμε καν πώς αποκαταστάθηκε και κατά συνέπεια δεν μας βεβαιώνει κανένας ότι δεν θα ξανασυμβεί», ανέφερε με έμφαση, εκφράζοντας την έντονη ανησυχία του για την αβεβαιότητα που επικρατεί.
Παράλληλα, ο κ. Ψαρός ξεκαθάρισε ότι το ενδεχόμενο κυβερνοεπίθεσης έχει αποκλειστεί. «Νομίζω αυτό αποκλείστηκε από τους πάντες», σημείωσε, προσθέτοντας ότι από την αρχή υπήρχαν τεχνικά στοιχεία που δεν στήριζαν τη συγκεκριμένη εκδοχή. Εξήγησε ότι δεν θα μπορούσε να υπάρξει μαζική παρεμβολή σε όλη τη χώρα που να επηρεάζει μόνο τις κεραίες των Κέντρων Ελέγχου και όχι εκείνες των αεροδρομίων.
Απαντώντας στο ερώτημα αν τέθηκε ζήτημα ασφάλειας πτήσεων, ο πρόεδρος των ελεγκτών τόνισε ότι, παρά την έκταση και τη σοβαρότητα του περιστατικού, δεν καταγράφηκε κάποιο αεροπορικό συμβάν, χάρη – όπως είπε – στον επαγγελματισμό των ελεγκτών.
«Το συγκεκριμένο συμβάν ήταν άνευ προηγουμένου και απαράδεκτο σε διάσταση. Δεν μπορεί να συμβαίνει σε ένα σύστημα εναέριας κυκλοφορίας», δήλωσε με αυστηρότητα, επισημαίνοντας ωστόσο ότι «τα αεροπλάνα πετάνε ασφαλώς με τα προβλήματα που υπάρχουν σήμερα».
Ξεκαθάρισε, πάντως, ότι η πλήρης απώλεια κρίσιμων συστημάτων δεν μπορεί να θεωρηθεί αποδεκτή: «Δεν μπορώ να εγγυηθώ ότι αν χάσω όλα τα συστήματα μπορώ να κάνω τη δουλειά μου. Την Κυριακή δεν μπορούσαμε να μιλήσουμε στα αεροπλάνα».
Τέλος, ερωτηθείς για το εάν υπάρχει θέμα ασφάλειας ο κ. Ψαρός τόνισε ότι «με τα προβλήματα που υπάρχουν τα αεροπλάνα πετάνε ασφαλώς».
Ο κ. Ψαρός υποστήριξε ότι οι εκτεταμένες καθυστερήσεις ήταν αναπόφευκτες, καθώς η μοναδική ασφαλής επιλογή ήταν η αναστολή πτήσεων. «Η πιο ασφαλής λύση ήταν τα αεροπλάνα να μείνουν στο έδαφος», ανέφερε, αναγνωρίζοντας την ταλαιπωρία των επιβατών αλλά χαρακτηρίζοντάς τη αναγκαία «για καλό».
Παράλληλα, άσκησε κριτική στις αντιφατικές δηλώσεις που έγιναν, επισημαίνοντας ότι «ακόμα και η Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας έβγαζε αντιφατικές δηλώσεις, οξύνοντας το πρόβλημα».
Από την πλευρά της, η δικηγόρος Κατερίνα Φραγκάκη εξήγησε ότι οι επιβάτες μπορούν να διεκδικήσουν αποζημίωση τόσο για καθυστερήσεις όσο και για ακυρώσεις πτήσεων, βάσει του ευρωπαϊκού κανονισμού.
Όπως ανέφερε, κρίσιμο ζήτημα είναι αν το περιστατικό θα χαρακτηριστεί «έκτακτη περίσταση», κάτι που θα κριθεί από την έρευνα. «Αν θεωρηθεί έκτακτη περίσταση για λόγους ασφάλειας, δεν προβλέπεται αποζημίωση. Αν όμως πρόκειται για οργανωτικό ή τεχνικό πρόβλημα, τότε ο επιβάτης δικαιούται αποζημίωση έως και 600 ευρώ», σημείωσε.
Η ίδια συνέστησε σε όλους τους επιβάτες να καταθέσουν άμεσα αίτηση προς την αεροπορική τους εταιρεία: «Αποζημίωση δεν δίνεται αν δεν γίνει αίτηση. Η διαδικασία είναι απλή και απαιτεί μόνο τα στοιχεία του εισιτηρίου».
Αναφερόμενος σε σενάρια προσωρινής ανάθεσης της διαχείρισης του FIR Αθηνών σε γειτονικές χώρες, όπως έχει τεθεί στη δημόσια συζήτηση, ο κ. Ψαρός ξεκαθάρισε ότι κάτι τέτοιο δεν μπορεί να γίνει αυτομάτως.
«Ο έλεγχος συνδέεται γεωγραφικά με την περιοχή και απαιτεί ειδική πιστοποίηση. Ένας ελεγκτής που είναι εκπαιδευμένος για τη Ρόδο δεν μπορεί να πάει να ελέγξει τη Θεσσαλονίκη», υπογράμμισε, τονίζοντας ότι η Ελλάδα έχει εθνική ευθύνη να ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο στον εναέριο χώρο που της έχει εκχωρηθεί.
Η υπόθεση παραμένει ανοιχτή, με την αγωνία για το μέλλον των πτήσεων και την ασφάλεια του εναέριου χώρου να είναι έκδηλη.