Το Politico αποκωδικοποιεί το μήνυμα του Μακρόν στον Τραμπ: Τι έγραψε και τι εννοούσε

Μακρόν προς Τραμπ: Αποκαλύπτεται παρασκήνιο της γεωπολιτικής με επιστολή-έκπληξη

Πολιτική
Δημοσιεύθηκε  · 4 λεπτά ανάγνωση

Ένα μήνυμα του Γάλλου προέδρου Εμανουέλ Μακρόν προς τον Ντόναλντ Τραμπ, που δημοσιοποιήθηκε από τον Αμερικανό πρόεδρο, ρίχνει φως στον τρόπο με τον οποίο ξένοι ηγέτες επιχειρούν να επικοινωνήσουν με τον Τραμπ, αλλά και στις βαθύτερες γεωπολιτικές δυναμικές. Σύμφωνα με ανάλυση του Politico, το μήνυμα αυτό προσφέρει μια μοναδική εικόνα της διεθνούς διπλωματίας.

Στο μήνυμα, το οποίο το Μέγαρο των Ηλυσίων έχει επιβεβαιώσει ως αυθεντικό, ο Μακρόν εκφράζει την έλλειψη κατανόησης για την αμερικανική στρατηγική σχετικά με τη Γροιλανδία. Οι αναφορές του Τραμπ περί «απόκτησης» της Γροιλανδίας έχουν προκαλέσει τριβές στις διατλαντικές σχέσεις.

Παράλληλα, ο Μακρόν προτείνει τη διεξαγωγή συνάντησης της ομάδας G7 στο Παρίσι, αμέσως μετά την αποχώρηση του Τραμπ από το Νταβός. Στο περιθώριο αυτής της συνάντησης, θα μπορούσαν να συμμετάσχουν και άλλοι σημαντικοί παίκτες, συμπεριλαμβανομένων Ρώσων εκπροσώπων.

Το μήνυμα ολοκληρώνεται με μια προσωπική πρόσκληση για δείπνο στο Παρίσι. Η χρήση φαινομενικά φιλικής γλώσσας, όπως η προσφώνηση «φίλε μου», υποδηλώνει μια συνειδητή προσπάθεια του Μακρόν να προσεγγίσει το «εγώ» και τις φιλοδοξίες του Τραμπ, σύμφωνα με την ανάλυση.

Ωστόσο, η σχέση μεταξύ των δύο ηγετών χαρακτηρίζεται από αστάθεια. Λίγες ώρες πριν από τη δημοσιοποίηση του μηνύματος, ο Τραμπ είχε δηλώσει δημοσίως ότι «κανείς δεν θέλει» τον Μακρόν, αναφερόμενος στην άρνησή του να συμμετάσχει στο αμερικανικό «Συμβούλιο Ειρήνης» για τη Γάζα. Επιπλέον, απείλησε με την επιβολή δασμών ύψους 200% στα γαλλικά κρασιά και τις σαμπάνιες.

Στο θέμα της Συρίας, το μήνυμα του Μακρόν υπογραμμίζει μια περιοχή σύγκλισης μεταξύ Παρισιού και Ουάσιγκτον, καθώς και οι δύο στηρίζουν τον Αχμεντ αλ Σαρά ως ηγέτη της χώρας. Η αναφορά αυτή θεωρείται μια προσπάθεια να καλυφθούν οι βαθιές διαφωνίες σε άλλα θέματα, όπως η στάση των ΗΠΑ απέναντι στην ευρωπαϊκή Ακροδεξιά, η ρύθμιση των τεχνολογικών κολοσσών, ο πόλεμος Ισραήλ – Γάζας, η κλιματική πολιτική και ο ρόλος του ΟΗΕ.

Σχετικά με το Ιράν, ο Μακρόν αφήνει να εννοηθεί ότι «μπορούν να γίνουν σπουδαία πράγματα», παρά τις ουσιαστικές διαφορές που παραμένουν. Η Γαλλία δεν υποστηρίζει μια στρατιωτική επίθεση κατά της Τεχεράνης, την οποία ο Τραμπ έχει κατά καιρούς απειλήσει. Το Παρίσι είχε διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στη συμφωνία για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα, από την οποία οι ΗΠΑ αποχώρησαν κατά τη διάρκεια της πρώτης θητείας του Τραμπ.

Η αναφορά στη Γροιλανδία θεωρείται η πιο προσεκτικά διατυπωμένη, με τον Μακρόν να χρησιμοποιεί ήπια γλώσσα, ενώ η Γαλλία δημοσίως έχει υιοθετήσει πιο σκληρή στάση, πιέζοντας για την ενεργοποίηση του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Αντιεξαναγκασμού (Anti-Coercion Instrument), γνωστού και ως «μπαζούκα». Επιπλέον, το Παρίσι έχει ενισχύσει τη στρατιωτική του παρουσία στην περιοχή.

Η πρόταση για σύνοδο της G7 στο Παρίσι αποκτά ιδιαίτερη σημασία λόγω του χρόνου: ενδέχεται να συμπέσει με έκτακτη σύνοδο ηγετών της Ε.Ε. στις Βρυξέλλες, γεγονός που θα μπορούσε να αναδείξει εσωτερικές ευρωπαϊκές τριβές. Η επιλογή της G7, στην οποία συμμετέχουν και το Ηνωμένο Βασίλειο και ο Καναδάς, αντανακλά την αναζήτηση ενός φόρουμ πέραν της Ε.Ε. και του ΝΑΤΟ για τη διαχείριση της κρίσης στις διατλαντικές σχέσεις.

Ιδιαίτερες ανησυχίες προκαλεί η πρόθεση του Μακρόν να προσκαλέσει, έστω στο περιθώριο, Ρώσους εκπροσώπους σε μια συνάντηση στην οποία θα βρίσκονται και Ουκρανοί. Μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε να εκληφθεί ως πρόωρη αποκατάσταση της Μόσχας, ενώ οι βομβαρδισμοί στην Ουκρανία συνεχίζονται και ο Βλαντιμίρ Πούτιν δεν έχει δείξει έμπρακτη διάθεση για ουσιαστικές ειρηνευτικές συνομιλίες.

Τέλος, η πρόσκληση για δείπνο στο Παρίσι εντάσσεται σε αυτό που περιγράφεται ως «διπλωματία του δείπνου», μια τακτική που ο Μακρόν έχει χρησιμοποιήσει και με άλλους ηγέτες, όπως ο Βίκτορ Oρμπαν, με αβέβαια αποτελέσματα. Σύμφωνα με την ανάλυση, η γαλλική πλευρά πιστεύει ότι η επισημότητα και η προσωπική φιλοξενία μπορούν να επηρεάσουν θετικά τη στάση του Αμερικανού προέδρου, έστω και προσωρινά.