Μακρόν κατά Τραμπ: «Προτιμούμε το κράτος δικαίου από τη βαρβαρότητα»
Ο Γάλλος πρόεδρος, Εμανουέλ Μακρόν, πήρε τη σκυτάλη της αντεπίθεσης από την Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, απαντώντας στις νέες απειλές του Ντόναλντ Τραμπ από το βήμα του οικονομικού φόρουμ του Νταβός. Χρησιμοποίησε σκληρή γλώσσα κατά του Αμερικανού ομολόγου του.
Υπενθυμίζεται ότι ο Τραμπ απείλησε να επιβάλει τελωνειακούς δασμούς 200% στα εισαγόμενα οινοπνευματώδη – κρασιά και σαμπάνιες – από τη Γαλλία, λόγω της άρνησης του Μακρόν να ενταχθεί στο «Συμβούλιο Ειρήνης» του.
Η πρόεδρος της Κομισιόν ήταν η πρώτη που αντέδρασε, χαρακτηρίζοντας τις απειλές «λάθος».
Ο Μακρόν επιτέθηκε στον Τραμπ κάνοντας νύξεις για τους πολέμους που ξέσπασαν το 2024, τονίζοντας ότι σημειώθηκαν πάνω από 60, αριθμός που αποτελεί ρεκόρ. Αυτή η νύξη αφορούσε εμμέσως τις διακηρύξεις του Τραμπ ότι έχει δώσει τέλος σε μια σειρά πολέμων και την αυτοπροβολή του ως «ειρηνοποιού».
Με αφορμή τις δασμολογικές απειλές Τραμπ, ο Μακρόν δήλωσε ότι είναι «θεμελιωδώς απαράδεκτες».
Ο Μακρόν υπογράμμισε τη σημασία της Ευρώπης, λέγοντας ότι ίσως είναι «μερικές φορές… πολύ αργή, σίγουρα, και χρειάζεται μεταρρύθμιση, επίσης σίγουρα, αλλά είναι προβλέψιμη, αξιόπιστη και εκεί όπου γνωρίζεις ότι οι κανόνες του παιχνιδιού είναι απλώς το κράτος δικαίου», ενώ παραμένει «ένα καλό μέρος, για το σήμερα και το αύριο».
Τόνισε ότι, για να «διορθωθούν οι παγκόσμιες ανισορροπίες», η Ευρώπη πρέπει να είναι «πολύ ισχυρότερη και πιο αυτόνομη». Όπως είπε χαρακτηριστικά, «πιστεύουμε ότι χρειαζόμαστε περισσότερη ανάπτυξη, χρειαζόμαστε περισσότερη σταθερότητα σε αυτόν τον κόσμο. Όμως προτιμούμε τον σεβασμό από τους νταήδες… και προτιμούμε το κράτος δικαίου από τη βαρβαρότητα. Είστε ευπρόσδεκτοι στην Ευρώπη και είστε κάτι παραπάνω από ευπρόσδεκτοι στη Γαλλία».
Ο πρόεδρος της Γαλλίας, Εμανουέλ Μακρόν, προειδοποίησε ότι «ο πολυμερής κόσμος αποδυναμώνεται από δυνάμεις που τον παρεμποδίζουν ή απομακρύνθηκαν από αυτόν», και ότι «οι κανόνες υπονομεύονται». Λέει ότι αυτό είναι «ανησυχητικό», καθώς «καταστρέφουμε τις δομές μέσα από τις οποίες μπορούμε να διορθώσουμε την κατάσταση» μέσω διαλόγου και διπλωματίας.
Υποστήριξε ότι η συλλογική διακυβέρνηση δίνει τη θέση της σε έναν «αδυσώπητο» ανταγωνισμό και ανέφερε ότι οι ΗΠΑ «απαιτούν μέγιστες παραχωρήσεις και επιδιώκουν ανοιχτά να αποδυναμώσουν και να υποτάξουν την Ευρώπη», ενώ άσκησε κριτική και στη «συσσώρευση νέων εδαφών».
Παράλληλα, αναφέρθηκε στις «τεράστιες πλεονάζουσες παραγωγικές δυνατότητες» της Κίνας και στις «στρεβλωτικές πρακτικές» που, όπως λέει, επιδιώκουν να «κατακλύσουν» ορισμένους τομείς.
«Η απάντηση για να διορθώσουμε αυτό το πρόβλημα είναι περισσότερη συνεργασία και η οικοδόμηση νέων προσεγγίσεων· και αυτό σημαίνει ξεκάθαρα την ενίσχυση της οικονομικής κυριαρχίας και μιας στρατηγικής οικονομίας, ιδιαίτερα για τους Ευρωπαίους, κάτι που για μένα αποτελεί τον πυρήνα της απάντησης», κατέληξε.
Ο Μακρόν στην συνέχεια παρουσίασε ένα δίλημμα: είτε να «αποδεχθούμε παθητικά τον νόμο του ισχυρότερου», κάτι που θα οδηγούσε σε «υποτελοποίηση και πολιτική των μπλοκ» και σε μια «νέα αποικιοκρατική προσέγγιση» — κάτι που, όπως είναι σαφές, απορρίπτει — είτε να υπερασπιστούμε έναν «αποτελεσματικό πολυμερισμό» που υπηρετεί τα συμφέροντά μας.
Τόνισε ότι η εθνική κυριαρχία και η ανεξαρτησία αποτελούν βασικό μέρος αυτής της προσέγγισης και ανέφερε ότι η πρόσφατη ανάπτυξη γαλλικών στρατιωτικών δυνάμεων στη Γριλανδία εντάσσεται σε αυτή τη λογική: όχι για να «απειλήσει κανέναν, αλλά για να στηρίξει έναν σύμμαχο και μια ακόμη ευρωπαϊκή χώρα».
Ανέφερε επίσης ότι, μέσω της προεδρίας της στο G7, η Γαλλία θα επιδιώξει να αναζωογονήσει την ομάδα ως φόρουμ «ειλικρινούς διαλόγου», με στόχο την αποτροπή εμπορικών πολέμων, την κλιμάκωση του προστατευτισμού και άλλες προσπάθειες αποσταθεροποίησης της παγκόσμιας τάξης. «Έτσι, ο στόχος μας μέσω του G7 είναι να αποδείξουμε ότι οι μεγάλες δυνάμεις του κόσμου εξακολουθούν να είναι ικανές να καταλήξουν σε μια κοινή διάγνωση της παγκόσμιας οικονομίας», καταλήγει.
Ο Μακρόν μπήκε σε λεπτομέρειες γύρω από το εμπόριο, απαντώντας στο τι θα πρέπει να κάνει η ΕΕ ως αντίδραση στις πιο επιθετικές πολιτικές των ΗΠΑ και της Κίνας. Είπε ότι η Ευρώπη πρέπει να είναι «πιο ρεαλιστική» στον τρόπο με τον οποίο ανταποκρίνεται, καθώς υπάρχουν τομείς – ανέφερε χαρακτηριστικά τη χημική βιομηχανία και την αυτοκινητοβιομηχανία – που «κυριολεκτικά σκοτώνονται» από την έλλειψη ίσων όρων ανταγωνισμού.
Κάλεσε επίσης την ΕΕ να «προωθήσει την αρχή της ευρωπαϊκής προτίμησης», με τον ίδιο τρόπο που αυτή εφαρμόζεται στις ΗΠΑ. Ωστόσο, διευκρίνισε ότι αυτό δεν σημαίνει απομονωτισμό, αλλά λειτουργία εντός των κανόνων, επισημαίνοντας ότι, για παράδειγμα, οι κινεζικές άμεσες ξένες επενδύσεις στην Ευρώπη είναι ευπρόσδεκτες, υπό την προϋπόθεση ότι σέβονται τα ίδια πρότυπα και κανόνες.
Στη συνέχεια στράφηκε σε παρόμοια θέματα με αυτά της ομιλίας της φον ντερ Λάιεν, μιλώντας για την ανάγκη μείωσης της γραφειοκρατίας και απλοποίησης των κανονισμών. Επισήμανε ότι οι 450 εκατομμύρια κάτοικοι της ΕΕ πρέπει να αποτελούν μια ανοιχτή εσωτερική αγορά για όλες τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, με τη μείωση των εμποδίων και την προώθηση της καινοτομίας και της ανταγωνιστικότητας. Όπως και η φον ντερ Λάιεν, αναφέρθηκε επίσης στην ένωση των κεφαλαιαγορών, κάτι το οποίο όπως φαίνεται έχει ήδη δρομολογηθεί, σύμφωνα με αποκάλυψη που είχε κάνει το Politico πριν λίγο καιρό.