Ο Νετανιάχου ζήτησε από τον Τραμπ να «παγώσει» την επίθεση στο Ιράν

Ιράν: Νετανιάχου στον Τραμπ "πάγωσε" επίθεση; Τι φοβάται το Ισραήλ;

Πολιτική
Δημοσιεύθηκε  · 4 λεπτά ανάγνωση

Σύμφωνα με δημοσίευμα των New York Times, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός, Μπενιαμίν Νετανιάχου, φέρεται να ζήτησε από τον Ντόναλντ Τραμπ αναβολή της αμερικανικής επίθεσης στο Ιράν. Η Ουάσινγκτον, παράλληλα, επανεκτιμά τις εξελίξεις, διατηρώντας όλες τις επιλογές ανοιχτές. Όπως αναφέρεται, Τραμπ και Νετανιάχου είχαν συνομιλία σχετικά με το θέμα την Τετάρτη. Την ίδια ημέρα, ο Τραμπ δήλωσε ότι έχει πληροφορίες «από αξιόπιστη πηγή» πως οι δολοφονίες διαδηλωτών στο Ιράν έχουν σταματήσει, αφήνοντας να εννοηθεί μια απομάκρυνση από τις πρόσφατες απειλές για επίθεση.

Μετά το δημοσίευμα των New York Times, το ισραηλινό Channel 12 μετέδωσε ότι, έπειτα από σειρά νυχτερινών διαβουλεύσεων στο στρατιωτικό αρχηγείο της Κιριά, το Ισραήλ ενημέρωσε τις ΗΠΑ πως, αν και στηρίζει οποιαδήποτε αμερικανική απόφαση, δεν πιέζει αυτή τη στιγμή για στρατιωτικό πλήγμα. Το ισραηλινό δίκτυο προσθέτει ότι μια αμερικανική επίθεση παραμένει στο τραπέζι, καθώς η Ουάσινγκτον συνεχίζει να αξιολογεί την κατάσταση. Το κανάλι επικαλείται πέντε πηγές που συμμετέχουν ή γνωρίζουν τις σχετικές συζητήσεις στον Λευκό Οίκο.

Η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου, Κάρολαϊν Λέβιτ, επιβεβαίωσε την Πέμπτη ότι ο Ντόναλντ Τραμπ είχε πρόσφατη συνομιλία με τον πρωθυπουργό του Ισραήλ, χωρίς ωστόσο να αποκαλύψει λεπτομέρειες για το περιεχόμενό της ή τον χρόνο που πραγματοποιήθηκε. Την ίδια ώρα, δημοσίευμα της Wall Street Journal αναφέρει ότι οι σύμβουλοι του Τραμπ τον προειδοποίησαν πως ένα πλήγμα μεγάλης κλίμακας κατά του Ιράν δεν θα ανέτρεπε το καθεστώς και θα ενείχε σοβαρό κίνδυνο κλιμάκωσης. Σύμφωνα με το ίδιο δημοσίευμα και τις πηγές του, η Ουάσινγκτον σκοπεύει να παρακολουθεί τον τρόπο με τον οποίο η Τεχεράνη διαχειρίζεται τις διαδηλώσεις. Κατόπιν αυτού θα αποφασιστεί το εύρος μιας ενδεχόμενης επίθεσης.

Αμερικανοί αξιωματούχοι και σύμμαχοι των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή μετέφεραν προς τον Λευκό Οίκο ότι το καθεστώς στο Ιράν είναι απίθανο να καταρρεύσει έπειτα από μια μαζική αεροπορική επίθεση. Μια τέτοια ενέργεια, αντιθέτως, θα μπορούσε να οδηγήσει σε γενικευμένη σύγκρουση. Πιο περιορισμένα πλήγματα, όπως ανέφεραν, θα μπορούσαν να ενισχύσουν το ηθικό των διαδηλωτών, χωρίς όμως να αλλάξουν ουσιαστικά την καταστολή που έχει εξαπολύσει το καθεστώς εναντίον των αντιφρονούντων. Παρά τις επιφυλάξεις, ο Τραμπ, χωρίς να έχει λάβει μια τελική απόφαση, ζήτησε να βρίσκονται σε ετοιμότητα οι αμερικανικές δυνάμεις στην περιοχή, σε περίπτωση που δώσει εντολή για ευρείας κλίμακας επίθεση.

«Ο πρόεδρος και η ομάδα του έχουν καταστήσει σαφές στο ιρανικό καθεστώς ότι, εάν συνεχιστούν οι δολοφονίες, θα υπάρξουν σοβαρές συνέπειες», δήλωσε την Πέμπτη η εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου, Καρολάιν Λέβιτ. Η ίδια ανέφερε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έλαβαν την Τετάρτη πληροφορίες ότι η Τεχεράνη σχεδίαζε να εκτελέσει 800 ανθρώπους, κάτι που τελικά δεν συνέβη. Δεν διευκρίνισε πώς οι ΗΠΑ απέκτησαν αυτές τις πληροφορίες.

Σύμφωνα με το NBC, οι σύμβουλοι του Ντόναλντ Τραμπ δεν μπορούσαν να εγγυηθούν πως το ιρανικό καθεστώς θα κατέρρεε γρήγορα μετά από ένα αμερικανικό πλήγμα. Παράλληλα, Ιρανοί αξιωματούχοι φέρονται να επικοινώνησαν τις τελευταίες ημέρες με τις κυβερνήσεις της Τουρκίας, του Κατάρ, των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και του Ομάν, προειδοποιώντας ότι σε περίπτωση επίθεσης το Ιράν θα πλήξει αμερικανικές βάσεις στην περιοχή. Ο πιο πιθανός στόχος των ιρανικών αντιποίνων θεωρείται ότι θα είναι η μεγάλη αμερικανική στρατιωτική βάση στο Κατάρ. Οι ΗΠΑ μετέφεραν αυτή την εβδομάδα μέρος του προσωπικού εκτός της βάσης για προληπτικούς λόγους, με ορισμένους στρατιώτες να φιλοξενούνται σε ξενοδοχεία. Βασικοί σύμμαχοι των ΗΠΑ στην περιοχή, μεταξύ των οποίων η Τουρκία, το Κατάρ και η Σαουδική Αραβία, έχουν καλέσει τις τελευταίες ημέρες τον Τραμπ να μην προχωρήσει σε επίθεση κατά του Ιράν. Ο Τραμπ αναμένεται να δώσει εντολή στο Πεντάγωνο να μετακινήσει το αεροπλανοφόρο USS Abraham Lincoln από τη Νότια Σινική Θάλασσα προς τη Μέση Ανατολή, σύμφωνα με τη WSJ. Το ταξίδι εκτιμάται ότι θα διαρκέσει περίπου μία εβδομάδα.