Γιατί η Δυτική Ελλάδα «πνίγεται»: Τα νέα δεδομένα για την κλιματική κρίση
Η Δυτική Ελλάδα βρίσκεται στο επίκεντρο μιας πρωτοφανούς κλιματικής επίθεσης. Έντονες βροχοπτώσεις, θυελλώδεις άνεμοι και η αυξανόμενη συχνότητα εμφάνισης ανεμοστρόβιλων στο Ιόνιο και την ξηρά συνθέτουν ένα σκηνικό που δοκιμάζει σκληρά τις υποδομές και την αντοχή των πολιτών. Η επιστήμη πλέον δίνει απαντήσεις για αυτό το «εκρηκτικό» κοκτέιλ φαινομένων που πλήττει την περιοχή.
Ο Αθανάσιος Αργυρίου, καθηγητής του τμήματος Φυσικής του Πανεπιστημίου Πατρών και του Εργαστηρίου Φυσικής της Ατμόσφαιρας, εξηγεί πως η κατάσταση αυτή δεν είναι τυχαία. Σύμφωνα με τον ίδιο, «τα έντονα και επίμονα καιρικά φαινόμενα, κάποια από αυτά, όπως για παράδειγμα η ραγδαιότητα των βροχοπτώσεων, μπορεί να συσχετιστούν σε έναν βαθμό με την κλιματική αλλαγή και την υπερθέρμανση του πλανήτη». Η προειδοποίηση είναι σαφής: «η ανατολική Μεσόγειος, είναι ένα από τα σημεία, τα οποία έχει επηρεάσει η κλιματική αλλαγή περισσότερο από άλλες περιοχές», ενώ συμπληρώνει με νόημα πως «από εδώ και πέρα μάλλον θα πρέπει να συνηθίσουμε στα έντονα φαινόμενα».
Το κλειδί για την κατανόηση αυτών των αλλαγών κρύβεται στην άνοδο της θερμοκρασίας. Όπως αναφέρει ο καθηγητής, «εφόσον ζούμε σε ένα περιβάλλον συνεχώς αυξανόμενων θερμοκρασιών, ενισχύεται η εξάτμιση των υδάτων από την επιφάνεια της Γης για δύο λόγους». Αυτό συμβαίνει «αφενός, διότι η ατμόσφαιρα είναι θερμότερη και αφετέρου, διότι ένα μέρος αυτής της θερμότητας περνάει και στη θάλασσα εν γένει». Η θάλασσα πλέον βιώνει τους δικούς της καύσωνες, κάτι που επιταχύνει τον κύκλο του νερού.
Η διαδικασία είναι αμείλικτη. Η υψηλότερη θερμοκρασία οδηγεί σε μεγαλύτερη εξάτμιση, και οι υδρατμοί που συγκεντρώνονται στην ατμόσφαιρα επιστρέφουν με ορμή. «Άρα λοιπόν, υψηλότερη θερμοκρασία σημαίνει υψηλότερη εξάτμιση των υδάτων από την επιφάνεια της Γης. Επομένως, οι υδρατμοί, οι οποίοι βρίσκονται στην ατμόσφαιρα, κάποια στιγμή, εφόσον είναι περισσότεροι, θα πέσουν υπό μορφή βροχής, χιονιού, ή οτιδήποτε εξαρτάται από τις συνθήκες, σε κάθε γεωγραφικό μήκος και πλάτος. Ιδίως στα δικά μας γεωγραφικά πλάτη, θα πέσουν κυρίως υπό μορφή βροχής, ενώ εφόσον υπάρχει μεγαλύτερη ποσότητα υδρατμών, αυτή θα δώσει μεγαλύτερη ποσότητα βροχής. Ως εκ τούτου, όταν υπάρξουν στην ατμόσφαιρα οι απαραίτητες συνθήκες για να σχηματιστεί βροχή, οι ποσότητες βροχής θα είναι πολύ μεγαλύτερες. Δηλαδή, ένα μόριο νερού για παράδειγμα, το οποίο εξατμίζεται and γίνεται υδρατμός έχει μέσο χρόνο παραμονής στην ατμόσφαιρα γύρω στις 13 με 15 ημέρες και δεν αιωρείται επ΄ άπειρον».
Παρά τις ανησυχητικές ενδείξεις, ο καθηγητής σημειώνει ότι η συνεχής διαδοχή καταιγίδων συνδέεται και με τη φυσική μεταβλητότητα του κλίματος. Τα στοιχεία του σταθμού του Πανεπιστημίου δείχνουν πως ενώ ο μέσος ετήσιος όρος είναι γύρω στα 770 χιλιοστά βροχής, το 2013 σημειώθηκε κορύφωση πάνω από τα 1.000 χιλιοστά. Ωστόσο, το 2026 ξεκίνησε με αξιοσημείωτα νούμερα, αφού μέσα στο πρώτο δίμηνο καταγράφηκε το 46% της αθροιστικής βροχόπτωσης, δηλαδή περίπου 300 χιλιοστά. «Δεν μπορεί κανείς να αποκλείσει ότι οι έντονες και συνεχείς βροχοπτώσεις μπορεί να επαναληφθούν και τα επόμενα χρόνια», τονίζει ο κ. Αργυρίου, προειδοποιώντας ακόμα και για έντονες χιονοπτώσεις.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η αλλαγή στην ισορροπία μεταξύ Δυτικής και Ανατολικής Ελλάδας. Παρότι το ανάγλυφο παραμένει σταθερό, θερμότερα νερά στο Αιγαίο προκαλούν ανατροφοδότηση συστημάτων, όπως συνέβη στον καταστροφικό «Ιανό». Όσο για τους ανεμοστρόβιλους, η αύξηση των «επισκέψεών» τους στην ξηρά από το 2010 και μετά, με καταγραφές σε Ηλεία και Ζάκυνθο, προκαλεί έντονο προβληματισμό, παρόλο που απαιτείται μια 30ετία παρατηρήσεων για να οριστεί επίσημα μια κατάσταση ως κλιματική.