Ελλάδα: Στη «μάχη» των αγορών το 2026 – Όλα τα σενάρια
Με προσεκτικά βήματα και στραμμένο το βλέμμα στις συνθήκες των διεθνών αγορών, το οικονομικό επιτελείο της χώρας δρομολογεί την πρώτη έξοδο της Ελλάδας στις αγορές για το 2026. Η βασική στρατηγική στηρίζεται στην εκμετάλλευση του σχετικά ήρεμου κλίματος που επικρατεί στα κρατικά ομόλογα της ευρωζώνης, παρά τις αυξημένες γεωπολιτικές εντάσεις και τις αβεβαιότητες που υπάρχουν για την πορεία της παγκόσμιας οικονομίας, αλλά και τη νομισματική πολιτική που ακολουθούν οι κεντρικές τράπεζες.
Σύμφωνα με πληροφορίες, στον Οργανισμό Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους (ΟΔΔΗΧ) επικρατεί κατάσταση αυξημένης ετοιμότητας. Η ενεργοποίηση της πρώτης έκδοσης δεν αναμένεται να καθυστερήσει, εφόσον παρουσιαστεί το κατάλληλο «παράθυρο» ευκαιρίας εντός των τελευταίων ημερών του Ιανουαρίου.
Το επικρατέστερο σενάριο προβλέπει την έκδοση ενός νέου 10ετούς ομολόγου, με στόχο την άντληση κεφαλαίων που θα κυμαίνονται από 2,5 έως 3 δισ. ευρώ. Οι αποδόσεις των ελληνικών τίτλων, οι οποίες διατηρούνται κοντά στο 3,4%, σε συνδυασμό με τη σταθερά ισχυρή ζήτηση από τους επενδυτές, δημιουργούν τις απαραίτητες προϋποθέσεις για μια ομαλή κάλυψη του ζητούμενου ποσού. Παράλληλα, υπάρχει και ένα εναλλακτικό σενάριο, το οποίο προβλέπει τη μετάθεση της έκδοσης για τον Φεβρουάριο, σε περίπτωση που οι διεθνείς αγορές παρουσιάσουν κάποια προσωρινή αναταραχή.
Η διατήρηση της Ελλάδας στο «ραντάρ» των αγορών αποτελεί βασική προτεραιότητα για τον ΟΔΔΗΧ, ειδικά μετά το περιορισμένο εκδοτικό πρόγραμμα του 2025. Την περασμένη χρονιά, η μοναδική νέα έκδοση ήταν το 10ετές ομόλογο του Ιανουαρίου, από το οποίο αντλήθηκαν 4 δισ. ευρώ με τελικό επιτόκιο 3,6%, έπειτα από ισχυρή υπερκάλυψη. Η διαχείριση του χρέους στηρίχθηκε κυρίως σε επανεκδόσεις υφιστάμενων τίτλων, με στόχο την ενίσχυση της ρευστότητας και τη βελτιστοποίηση της καμπύλης αποδόσεων. Η υψηλή στάθμη των ταμειακών διαθεσίμων επέτρεψε τον περιορισμό του συνολικού δανεισμού στα 7,5 δισ. ευρώ, αλλά και την ακύρωση προγραμματισμένων δημοπρασιών.
Ανάλογη φιλοσοφία αναμένεται να ακολουθηθεί και το 2026, καθώς οι χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας διαμορφώνονται οριακά υψηλότερα, στα 8 δισ. ευρώ. Το «μαξιλάρι» ρευστότητας των 41 δισ. ευρώ προσφέρει σημαντικά περιθώρια ευελιξίας, επιτρέποντας τόσο την πρόωρη αποπληρωμή δανείων του πρώτου Μνημονίου όσο και την αποφυγή βεβιασμένων εξόδων στις αγορές σε περιόδους αυξημένης μεταβλητότητας. Στο πλαίσιο αυτό, για το πρώτο εξάμηνο του 2026 έχουν προγραμματιστεί τρεις επανεκδόσεις ελληνικών ομολόγων, στις 11 Φεβρουαρίου, στις 15 Απριλίου και στις 17 Ιουνίου.
Οι αποδόσεις των ελληνικών τίτλων παραμένουν ελκυστικές, αντανακλώντας τη βελτιωμένη πιστοληπτική εικόνα της χώρας και τη συνετή διαχείριση του δημοσίου χρέους. Ο σχεδιασμός για το 2026 προβλέπει περαιτέρω αποκλιμάκωση του χρέους, το οποίο σε απόλυτους όρους εκτιμάται ότι θα μειωθεί κατά 5,461 δισ. ευρώ, στα 359,3 δισ. ευρώ. Παράλληλα, ως ποσοστό του ΑΕΠ αναμένεται να υποχωρήσει στο 138,2% από 145,9% το 2025, με στόχο να πέσει κάτω από το 120% έως το 2029, προσεγγίζοντας τα επίπεδα χωρών του πυρήνα της ευρωζώνης, όπως η Γαλλία.