Ακρίβεια χωρίς τέλος: Γιατί οι τιμές συνεχίζουν να πιέζουν νοικοκυριά και οικονομία

Ακρίβεια τέλος; Έρχονται νέες ανατιμήσεις στα τρόφιμα και στην Ελλάδα!

Οικονομία
Δημοσιεύθηκε  · 3 λεπτά ανάγνωση

Παρά τα σημάδια επιβράδυνσης του πληθωρισμού σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η ακρίβεια εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα πιο πιεστικά προβλήματα για την ελληνική κοινωνία και οικονομία. Τα τελευταία στοιχεία από την αγορά τροφίμων και τον εναρμονισμένο πληθωρισμό δείχνουν ότι οι ανατιμήσεις όχι μόνο επιμένουν, αλλά έχουν αποκτήσει πιο «δομικά» χαρακτηριστικά, διαβρώνοντας σταθερά το διαθέσιμο εισόδημα.

Η μηνιαία έρευνα του Ινστιτούτου Έρευνας Λιανεμπορίου Καταναλωτικών Αγαθών (ΙΕΛΚΑ) για τον Δεκέμβριο του 2025 καταγράφει ήπια ανοδικές τάσεις στις τιμές των προϊόντων στα σούπερ μάρκετ. Ο πληθωρισμός στο οργανωμένο λιανεμπόριο τροφίμων διαμορφώθηκε στο 1,84% σε ετήσια βάση, ενώ σε επίπεδο δωδεκαμήνου περιορίστηκε στο 1,29%. Σε μηνιαία βάση, μάλιστα, σημειώθηκε μικρή αποκλιμάκωση σε σχέση με τον Νοέμβριο.

Ωστόσο, η επιφανειακή αυτή εικόνα συγκράτησης κρύβει σημαντικές εστίες πίεσης. Οι μεγαλύτερες μειώσεις τιμών εντοπίζονται κυρίως σε μη τρόφιμα και σε ορισμένα φρέσκα προϊόντα, όπως απορρυπαντικά, φρούτα και λαχανικά. Στον αντίποδα, βασικές κατηγορίες που επηρεάζουν άμεσα το καθημερινό καλάθι των νοικοκυριών συνεχίζουν να ακριβαίνουν με έντονο ρυθμό.

Τα φρέσκα κρέατα καταγράφουν ετήσια αύξηση άνω του 14%, τα είδη πρωινού και τα ροφήματα ξεπερνούν το 8%, ενώ σοκολάτες, μπισκότα και ζαχαρώδη πλησιάζουν το 7%. Οι αυξήσεις αυτές συνδέονται με διεθνείς παράγοντες – όπως οι υψηλές τιμές στο κακάο, τον καφέ και το εισαγόμενο μοσχάρι – αλλά και με εσωτερικές αδυναμίες της αγοράς, όπως το αυξημένο κόστος παραγωγής και η περιορισμένη δυνατότητα απορρόφησης των ανατιμήσεων.

Την ίδια στιγμή, τα προκαταρκτικά στοιχεία της Eurostat επιβεβαιώνουν ότι ο εναρμονισμένος πληθωρισμός στην Ελλάδα παραμένει υψηλότερος από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Το ανησυχητικό στοιχείο δεν είναι μόνο το επίπεδο του πληθωρισμού, αλλά η σύνθεσή του: οι αυξήσεις επιμένουν σε τρόφιμα και υπηρεσίες, δηλαδή σε τομείς που καθορίζουν άμεσα το κόστος ζωής.

Η εικόνα αυτή αναδεικνύει βαθύτερες παθογένειες της ελληνικής οικονομίας. Η χαμηλή ανθεκτικότητα της εφοδιαστικής αλυσίδας, η διαχρονική έλλειψη ισχυρού ανταγωνισμού και η εύκολη μετακύλιση του αυξημένου κόστους στον καταναλωτή διατηρούν τις πληθωριστικές πιέσεις, ακόμη και όταν το διεθνές περιβάλλον δείχνει σημάδια εξομάλυνσης. Το αποτέλεσμα είναι η συνεχής διάβρωση της αγοραστικής δύναμης, ακόμη και σε περιόδους ονομαστικής αύξησης μισθών.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και η επιμονή του δομικού πληθωρισμού σε επίπεδα άνω του 3%, στοιχείο που δείχνει ότι οι ανατιμήσεις έχουν ενσωματωθεί στη λειτουργία της οικονομίας και δεν αποτελούν απλώς παροδικό φαινόμενο. Αυτό περιορίζει τα περιθώρια για γρήγορη επιστροφή σε συνθήκες σταθερότητας τιμών.

Την ώρα που χώρες όπως η Γερμανία, η Γαλλία και η Ιταλία βλέπουν ταχύτερη αποκλιμάκωση, η Ελλάδα κινδυνεύει να βρεθεί αντιμέτωπη με ένα δύσκολο παράδοξο: ενδεχόμενη χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής στην Ευρωζώνη, σε μια οικονομία που συνεχίζει να «παράγει» πληθωρισμό. Σε ένα τέτοιο σενάριο, οι πιέσεις στις τιμές θα μπορούσαν να αναζωπυρωθούν, αν δεν αντιμετωπιστούν οι χρόνιες στρεβλώσεις της αγοράς.

Το διακύβευμα, επομένως, δεν αφορά μόνο τα επόμενα δελτία πληθωρισμού, αλλά τη συνολική ανθεκτικότητα της οικονομίας. Με την κατανάλωση να παραμένει βασικός μοχλός ανάπτυξης και τις ανισότητες να διευρύνονται, η ακρίβεια συνεχίζει να λειτουργεί ως ο πιο επίμονος και ύπουλος κίνδυνος για την επόμενη φάση της οικονομικής πορείας της χώρας.