Συμφωνία Mercosur: Η Ελλάδα «ναι», οι αγρότες σε απόγνωση
Η συμφωνία Mercosur, καρπός δύο δεκαετιών διαπραγματεύσεων μεταξύ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και χωρών της Λατινικής Αμερικής (Αργεντινή, Βραζιλία, Παραγουάη και Ουρουγουάη), προκαλεί αντιδράσεις.
Η Γαλλία, η Πολωνία, η Αυστρία, η Ουγγαρία και η Ιρλανδία καταψήφισαν, ενώ το Βέλγιο απείχε. Η Ελλάδα, αντίθετα, βρέθηκε ανάμεσα στις χώρες που υπερψήφισαν, την ώρα που οι αγρότες διαμαρτύρονται έντονα, θεωρώντας τη συμφωνία «ταφόπλακα» για τον αγροκτηνοτροφικό κόσμο.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή χαιρετίζει τη δημιουργία μιας αγοράς 700 εκατομμυρίων ανθρώπων. Σύμφωνα με τις Βρυξέλλες και το Βερολίνο, διακυβεύονται φθηνά βιομηχανικά προϊόντα και αυτοκίνητα προς τη Λατινική Αμερική, με αντάλλαγμα την πρόσβαση σε κρίσιμες πρώτες ύλες και φθηνά τρόφιμα. Όμως, για τον Έλληνα αγρότη, αυτό το «αντάλλαγμα» δεν προσφέρει τίποτα.
Οι ευρωπαϊκές εταιρείες αποκτούν πρόσβαση σε μια αγορά 280 εκατομμυρίων καταναλωτών στη Λατινική Αμερική, όπου ήδη δραστηριοποιούνται περίπου 30.000 εταιρείες της ΕΕ.
Οι αγρότες της ΕΕ αντιτίθενται σθεναρά στη συμφωνία. Παρόλο που οι δασμοί θα καταργηθούν σταδιακά για τα περισσότερα προϊόντα μόλις τεθεί σε ισχύ, θα διατηρηθούν ποσοστώσεις για την προστασία ευαίσθητων γεωργικών προϊόντων, όπως το βόειο κρέας, τα πουλερικά και η ζάχαρη.
Ο Γκαμπριέλε Πονζάνο, πρόεδρος των Ιταλών Ανεξάρτητων Αγροτών, δηλώνει: «Η συμφωνία μειώνει την επισιτιστική μας αυτάρκεια και αυξάνει την εξάρτησή μας από ξένες χώρες». Και προσθέτει: «Η ανησυχία πηγάζει από το γεγονός ότι αυτό το άνοιγμα και η σχετική μείωση των δασμών θα οδηγήσει σε εισβολή προϊόντων όπως το κρέας, τα δημητριακά, τα φρούτα και τα λαχανικά σε τιμές που δεν μπορούμε να αντέξουμε οικονομικά».
Το κύριο επιχείρημα της κριτικής δεν είναι ο προστατευτισμός, αλλά η έλλειψη αμοιβαιότητας. Πώς μπορεί ένας Έλληνας κτηνοτρόφος, που δεσμεύεται από τους αυστηρούς κανόνες της «Πράσινης Συμφωνίας» για την καλή διαβίωση των ζώων και το περιβαλλοντικό αποτύπωμα, να ανταγωνιστεί το βραζιλιάνικο βόειο κρέας; Στη Λατινική Αμερική, η παραγωγή συνδέεται συχνά με την αποψίλωση του Αμαζονίου και τη χρήση φυτοφαρμάκων που έχουν απαγορευτεί στην Ευρώπη εδώ και δεκαετίες.
Όταν το κόστος παραγωγής μιας πατάτας στην Ελλάδα αγγίζει τα 40 λεπτά λόγω ενέργειας και εργατικών, ενώ στη Βραζιλία κοστίζει μόλις 10, η ελεύθερη αγορά παύει να είναι δίκαιη και μετατρέπεται σε έναν μηχανισμό εκτοπισμού του ντόπιου παραγωγού.
Η πρόσφατη ανακοίνωση της Κομισιόν για το «πακέτο στήριξης» των 40 δισεκατομμυρίων ευρώ και το δίκτυο ασφαλείας των 6,3 δισ. μοιάζει περισσότερο με προσωρινό αναλγητικό σε μια βαθιά πληγή. Οι αγρότες γνωρίζουν ότι αυτά τα χρήματα δεν αρκούν για να καλύψουν τη διαφορά κόστους παραγωγής. Επιπλέον, στην Ελλάδα, η αξιοπιστία αυτών των ενισχύσεων έχει πληγεί από το πρόσφατο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ.
Η συμφωνία υπόσχεται προστασία στη φέτα και στο λάδι. Όμως, η προστασία του ονόματος στις αγορές της Αργεντινής δεν έχει νόημα αν οι Έλληνες κτηνοτρόφοι αναγκαστούν να κλείσουν τις επιχειρήσεις τους λόγω των εισαγωγών φθηνού γάλακτος και κρέατος. Τι θα εξάγουμε, αν η παραγωγική βάση της χώρας καταρρεύσει;
Η συμφωνία Mercosur αποτελεί μια στρατηγική επιλογή της ΕΕ που θέτει σε κίνδυνο τον πρωτογενή τομέα παραγωγής και από μια γέφυρα συνεργασίας μπορεί να εξελιχθεί σε έναν μονόδρομο προς την ερήμωση της ευρωπαϊκής και της ελληνικής υπαίθρου.