Αποκαλύπτεται το χάσμα των μισθών: Η ακρίβεια εξανεμίζει την αγοραστική δύναμη
Το ασταμάτητο κύμα της ακρίβειας συνεχίζει να σαρώνει την ελληνική οικονομία, εξανεμίζοντας το μεγαλύτερο μέρος των αυξήσεων σε μισθούς και συντάξεις. Η κατάσταση είναι ιδιαίτερα κρίσιμη για τα νοικοκυριά με χαμηλά εισοδήματα, όπου η αγοραστική δύναμη υποχωρεί δραματικά, προκαλώντας ασφυξία στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς. Οι ανατιμήσεις στα τρόφιμα και τη στέγαση είναι οι κύριοι υπεύθυνοι, καθώς "τρώνε" πάνω από το 50% των μηνιαίων αποδοχών. Μάλιστα, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Eurostat, η Ελλάδα παρουσιάζει τη χειρότερη επίδοση στην ΕΕ στο κόστος στέγασης, καθώς το 28,9% του πληθυσμού αναγκάζεται να δαπανήσει το 40% ή και περισσότερο του εισοδήματός του για τις ανάγκες κατοικίας.
Οι φορολογικές ελαφρύνσεις από τη μείωση της παρακράτησης φόρου και η νέα αύξηση στον κατώτατο μισθό που προγραμματίζεται για την 1η Απριλίου δεν φαίνεται να επαρκούν για την κάλυψη του υψηλού κόστους ζωής σε αγαθά και υπηρεσίες. Τα στοιχεία του συστήματος Εργάνη αποκαλύπτουν ότι το 2025 έκλεισε με τον μέσο μεικτό μισθό στα 1.363 ευρώ, σημειώνοντας οριακή αύξηση 1,56% σε σχέση με τα 1.342 ευρώ του 2024. Με τον πληθωρισμό όμως να κινείται στο 2,5%, το πραγματικό αποτέλεσμα για έναν εργαζόμενο, ακόμη και με δύο παιδιά (με καθαρές αποδοχές στο 1,78%), είναι η στασιμότητα ή και η συρρίκνωση των οικονομικών του δυνατοτήτων. Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο δύσκολη αν αναλογιστεί κανείς ότι το 36,5% των εργαζομένων εξακολουθεί να αμείβεται με λιγότερα από 1.000 ευρώ μεικτά, διαθέτοντας το σύνολο σχεδόν των χρημάτων τους σε βασικές δαπάνες όπως τρόφιμα, ενοίκιο, ενέργεια και μετακινήσεις.
Η σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρώπη αναδεικνύει τη διαχρονική υστέρηση της Ελλάδας. Ο μέσος μηνιαίος μισθός πλήρους απασχόλησης στην ΕΕ αγγίζει τα 3.155 ευρώ, ποσό υπερδιπλάσιο του ελληνικού, με τη χώρα μας να βρίσκεται προτελευταία στην κατάταξη, ξεπερνώντας μόνο τη Βουλγαρία. Παράλληλα, το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των Ελλήνων παραμένει περίπου 15% χαμηλότερο από τα επίπεδα του 2009, την ώρα που χώρες όπως η Ισπανία, η Πορτογαλία και η Ιρλανδία έχουν καταγράψει καθαρή βελτίωση. Την ίδια στιγμή, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε όρους αγοραστικής δύναμης κινείται μόλις στο 69% του μέσου όρου της ΕΕ, μακριά από τον ευρωπαϊκό πυρήνα.
Η απόγνωση των πολιτών αποτυπώνεται ανάγλυφα στην ετήσια έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ για το 2025: έξι στα δέκα νοικοκυριά δηλώνουν ότι το εισόδημα δεν φτάνει μέχρι το τέλος του μήνα, καλύπτοντας κατά μέσο όρο μόλις 18 ημέρες. Η πίεση δεν περιορίζεται πλέον μόνο στα αδύναμα στρώματα, αλλά διαβρώνει και τη συνοχή των μεσαίων στρωμάτων. Η ανάλυση της Alpha Bank επιβεβαιώνει το μέγεθος του προβλήματος, σημειώνοντας ότι ενώ το ονομαστικό διαθέσιμο εισόδημα αυξήθηκε κατά 27,5% την περίοδο 2019-2024, η πραγματική βελτίωση λόγω του υψηλού πληθωρισμού δεν ξεπέρασε το 12,3% σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ. Το μεγάλο στοίχημα πλέον δεν είναι οι ονομαστικές αυξήσεις, αλλά η ουσιαστική αποκατάσταση της χαμένης αγοραστικής δύναμης, ώστε ο μισθός να μην εξαντλείται πολύ πριν τελειώσει ο μήνας.