Αποκαλύπτεται η αλήθεια για τις εκπτώσεις: Γιατί οι Έλληνες γύρισαν την πλάτη
Η φετινή εκπτωτική περίοδος φτάνει στο τέλος της, αφήνοντας πίσω της μια πικρή γεύση στους ανθρώπους της αγοράς. Παρά τις μεγάλες εκπτώσεις και τη χρονική τους διάρκεια, η κατανάλωση παρέμεινε υποτονική, με την ακρίβεια να λειτουργεί ως το μεγαλύτερο εμπόδιο. Το διαθέσιμο εισόδημα έχει συρρικνωθεί δραματικά, αναγκάζοντας τους πολίτες να περιορίζονται στα απολύτως απαραίτητα για τη στέγαση και τη διατροφή τους, αφήνοντας το λιανεμπόριο και ειδικά τα μικρά καταστήματα σε έναν «ασφυκτικό κλοιό» λειτουργικών εξόδων.
Ο Πρόεδρος του Ε.Β.Ε.Π. Βασίλης Κορκίδης υπογράμμισε τη σοβαρότητα της κατάστασης, επισημαίνοντας χαρακτηριστικά: «Το ζητούμενο των τακτικών εκπτώσεων είναι με τη μείωση των τιμών, να ρευστοποιήσουν οι επιχειρήσεις εποχικό εμπόρευμα και να δώσουν την ευκαιρία στους καταναλωτές να αποφορτίσουν τον οικογενειακό τους προϋπολογισμό. Σύμφωνα όμως με τα δεδομένα του τζίρου των χειμερινών εκπτώσεων είναι εμφανές πως, η ακρίβεια συνεχίζει να επηρεάζει όλο και περισσότερο τους καταναλωτές, με αποτέλεσμα να περιορίζουν αγορές για να καλύψουν δαπάνες στέγασης και διατροφής, ενώ γενικά αγοράζουν λιγότερα και φθηνότερα προϊόντα. Όλα λοιπόν δείχνουν πως οι χειμερινές εκπτώσεις, ανέδειξαν και πάλι την οικονομική κόπωση των καταναλωτών, που δικαιολογημένα δεν μπόρεσαν να ανταποκριθούν στις προσδοκίες εμπόρων. Μπορεί ο τζίρος στη λιανική το δίμηνο, Ιανουαρίου – Φεβρουαρίου 2026, να ξεπεράσει τα 6 δις ευρώ του αντίστοιχου περυσινού διμήνου, αλλά προφανώς σε πολλούς κλάδους δεν επαρκεί. Βεβαίως, θα περιμένουμε τα επίσημα στοιχεία του Φεβρουαρίου, συμπεριλαμβανομένων των on line πωλήσεων, για τα τελικά συμπεράσματα. Οφείλουμε όμως να λάβουμε σοβαρά υπόψη μας την αναδιάταξη της καταναλωτικής συμπεριφοράς και να βρούμε τρόπους να δώσουμε νέο ενδιαφέρον στις χειμερινές εκπτώσεις, ώστε να αξιοποιηθούν κατάλληλα».
Από την πλευρά του, ο Πρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου Αθηνών, Θάνος Τσαγγάρης, εστίασε στην πτώση τζίρου και στον άμεσο κίνδυνο για το «μαγαζί της γειτονιάς». Με βάση έρευνα σε 426 εμπορικά σημεία, τόνισε πως πρόκειται για “η πραγματικότητα που δεν επιδέχεται ωραιοποιήσεις.Οι φετινές χειμερινές εκπτώσεις δεν λειτούργησαν ως μοχλός τόνωσης της αγοράς. Αντίθετα, ανέδειξαν το βάθος του προβλήματος”. Σύμφωνα με τον ίδιο, “ο Ιανουάριος έκλεισε με πτώση τζίρου από 10% έως 20%, ενώ ο Φεβρουάριος κατέγραψε ακόμη μεγαλύτερη μείωση, από 20% έως 40%. Παρά τις μεγάλες εκπτώσεις και τη χρονική τους διάρκεια, η κατανάλωση παρέμεινε υποτονική. Η βασικότερη αιτία είναι ξεκάθαρη: η δραματική μείωση του διαθέσιμου καταναλωτικού εισοδήματος λόγω της ακρίβειας. Όταν το εισόδημα εξανεμίζεται για την κάλυψη βασικών αναγκών (ενέργεια, στέγαση, τρόφιμα), οι αγορές περιορίζονται ακόμη και σε περίοδο μεγάλων εκπτώσεων.”
Η έρευνα του ΕΣΑ “καταγράφει μια ιδιαίτερα ανησυχητική εικόνα για την αγορά κατά την χειμερινή εκπτωτική περίοδο του 2026. Η συντριπτική πλειονότητα των επιχειρήσεων (85%) δήλωσε πτώση τζίρου, ενώ η ανάγκη για θεσμικές αλλαγές είναι πλέον καθολικό αίτημα.” Σχεδόν οι μισές επιχειρήσεις είδαν τον τζίρο τους να μειώνεται πάνω από 21%, ενώ το 43,2% των καταστημάτων έκλεισε την περίοδο με υψηλά αποθέματα εμπορευμάτων. Η κριτική στρέφεται και προς τον Νόμο 4965/2022, καθώς το 99,8% των συμμετεχόντων θεωρεί ότι η απελευθέρωση των προσφορών έχει απαξιώσει πλήρως τις θεσμοθετημένες εκπτώσεις. Ο κ. Τσαγγάρης υπογράμμισε ότι το εργαλείο αυτό “απουδναμώνει” τη λειτουργία της αγοράς και προειδοποίησε πως εάν δεν υπάρξουν παρεμβάσεις, το 50% των μικρομεσαίων επιχειρήσεων κινδυνεύει με λουκέτο στην επόμενη διετία. Καταλήγοντας, σημείωσε πως “Τα αποτελέσματα της έρευνας αποτελούν σαφή προειδοποίηση. Χρειάζεται ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος. Χρειάζεται αποκατάσταση ισορροπίας στον ανταγωνισμό. Χρειάζεται επαναξιολόγηση του πλαισίου προσφορών.”
Τα στοιχεία του ΕΒΕΠ επιβεβαιώνουν πως η επιμονή του πληθωρισμού ανέτρεψε τις προσδοκίες. Παρότι αναμενόταν αύξηση τζίρου κατά 5%, οι πωλήσεις εμφάνισαν στασιμότητα με οριακή ετήσια άνοδο 2%. Μοναδική εξαίρεση αποτέλεσαν τα Σούπερ Μάρκετ, τα οποία για πρώτη φορά ξεπέρασαν το 27% του συνολικού τζίρου στη λιανική. Ιδιαίτερα αποθαρρυντικές ήταν οι επιδόσεις στον κλάδο ένδυσης και υπόδησης, όπου σε αποπληθωρισμένες τιμές οι αγορές μειώθηκαν κατά 1,8% και 5,6% αντίστοιχα. Σύμφωνα με τον ΕΒΕΠ, η τεχνική αύξηση 8% στον Δείκτη Τιμών Καταναλωτή της κατηγορίας αυτής τον Ιανουάριο του 2026 οφείλεται σε παράγοντες όπως το αυξημένο κόστος εισαγωγών, τα ακριβότερα ενοίκια, το ενεργειακό κόστος και τη συσσωρευμένη μετακύλιση εξόδων, και όχι σε πραγματική άνοδο της κατανάλωσης.