Γιατί μειώνεται η «εκροή» της Μαύρης Θάλασσας στο Αιγαίο;

Αποκαλύπτεται η αθόρυβη αλλαγή στο Αιγαίο που επηρεάζει ολόκληρη τη Μεσόγειο

Επιστήμη
Δημοσιεύθηκε  · 5 λεπτά ανάγνωση

Μια αθόρυβη αλλά καταλυτική αλλαγή συντελείται στα θαλάσσια ρεύματα που συνδέουν τη Μαύρη Θάλασσα με το Αιγαίο, ανατρέποντας ισορροπίες δεκαετιών. Μια ομάδα Ελλήνων επιστημόνων από το Τμήμα Ωκεανογραφίας και Θαλασσίων Βιοεπιστημών του Πανεπιστημίου Αιγαίου έφερε στο φως νέα δεδομένα, δημοσιεύοντας μια κρίσιμη μελέτη στο διεθνές επιστημονικό περιοδικό Environmental Research Discussions. Τα ευρήματά τους δείχνουν ότι η εκροή νερών από τη Μαύρη Θάλασσα προς το Βόρειο Αιγαίο μειώνεται σταδιακά, ένα φαινόμενο που, αν και αόρατο στο γυμνό μάτι, αποτυπώνεται με ακρίβεια στις μετρήσεις των τελευταίων ετών.

Η Μαύρη Θάλασσα λειτουργούσε παραδοσιακά ως μια φυσική δεξαμενή που τροφοδοτείται από γίγαντες όπως ο Δούναβης και ο Δνείπερος, δημιουργώντας μια συνεχή «υπερχείλιση» προς το Αιγαίο. Αυτή η ροή γλυκού νερού δεν είναι απλώς ένα υδάτινο ρεύμα, αλλά ένας ζωτικός ρυθμιστής που διαμορφώνει τη φυσιογνωμία ολόκληρου του Βόρειου Αιγαίου. Ο αναπληρωτής καθηγητής Γιάννης Ανδρουλιδάκης, εκ των συγγραφέων της έρευνας, εξηγεί τη σημασία αυτής της διαδικασίας: «Τα λιγότερο αλμυρά νερά της Μαύρης Θάλασσας σχηματίζουν ένα επιφανειακό στρώμα που επηρεάζει τη θαλάσσια κυκλοφορία, τη θερμοκρασία και τη βιολογική παραγωγικότητα της περιοχής. Το στρώμα αυτό λειτουργεί σαν ένας ρυθμιστής της ισορροπίας στο βορειοανατολικό Αιγαίο. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι τα νερά της Μαύρης Θάλασσας δεν μεταφέρουν μόνο γλυκό νερό, αλλά και σημαντικό οργανικό φορτίο, θρεπτικά συστατικά και ρυπαντές που προέρχονται από τις μεγάλες ποτάμιες λεκάνες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η επιβάρυνση αυτή γίνεται ιδιαίτερα αισθητή, όπως συνέβη με το φαινόμενο της θαλάσσιας βλέννας (mucilage) που αναπτύχθηκε στη Θάλασσα του Μαρμαρά και τμήματά της έφτασαν μέχρι το Βόρειο Αιγαίο, υπενθυμίζοντας πόσο άμεσα συνδεδεμένα είναι τα οικοσυστήματα της περιοχής».

Η έρευνα, στην οποία συμμετείχαν επίσης οι Γιάννης Μαμούτος, Μάνος Ποτήρης, Βασίλης Κολοβογιάννη, Ελίνα Τράγου, Βασίλης Ζερβάκης και Γιάννης Κρεστενίτης, αποκαλύπτει ότι η ρίζα του προβλήματος βρίσκεται πολύ πιο βόρεια. Η κλιματική κρίση αλλάζει τις βροχοπτώσεις και αυξάνει την εξάτμιση, μειώνοντας την παροχή των μεγάλων ποταμών. «Η μεταβολή ξεκινά πολύ πιο βόρεια. Τα μεγάλα ποτάμια που τροφοδοτούν τη Μαύρη Θάλασσα, με κυριότερο τον Δούναβη, εμφανίζουν μακροχρόνια μείωση της παροχής τους, καθώς αλλάζουν οι βροχοπτώσεις και οι ρυθμοί εξάτμισης, μεταβάλλοντας τις υδρολογικές συνθήκες στις λεκάνες απορροής τους. Το αποτέλεσμα είναι μικρότερο “πλεόνασμα” γλυκού νερού στη Μαύρη Θάλασσα και, κατά συνέπεια, μικρότερη εκροή προς το Αιγαίο. Παράλληλα, η διαφορά στη στάθμη της θάλασσας μεταξύ Μαύρης Θάλασσας και Αιγαίου (η φυσική δύναμη που ωθεί τα νερά προς τα νότια) μειώνεται. Αυτό σημαίνει ότι η ανταλλαγή υδάτων αποδυναμώνεται σταδιακά. Παράλληλα, η μεταβολή αυτή εντάσσεται σε ένα ευρύτερο σκηνικό αλλαγών στην Ανατολική Μεσόγειο. Η θερμοκρασία των θαλασσών αυξάνεται, η στάθμη ανεβαίνει, και τα φυσικά ισοζύγια μεταβάλλονται. Το γεγονός ότι το Αιγαίο φαίνεται να ανεβαίνει ταχύτερα σε σχέση με τη Μαύρη Θάλασσα ενισχύει ακόμη περισσότερο τη μείωση της διαφοράς στάθμης που οδηγεί τη ροή», υπογραμμίζει ο κ. Ανδρουλιδάκης.

Οι συνέπειες είναι ήδη ορατές στο Βόρειο Αιγαίο, καθώς τα νερά γίνονται πιο αλμυρά και η θαλάσσια παραγωγικότητα φθίνει, γεγονός που μπορεί να επηρεάσει την τροφική αλυσίδα και την αλιεία. Για την έγκαιρη κατανόηση αυτών των αλλαγών, η επιστημονική ομάδα επισημαίνει την ανάγκη συνεχούς παρακολούθησης μέσω μόνιμων σταθμών και τακτικών μετρήσεων. «Η περιοχή του βορειοανατολικού Αιγαίου, κοντά στην έξοδο των Στενών, αποκτά έτσι ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Εκεί, καταγράφονται πρώτες οι μεταβολές που προέρχονται από τη Μαύρη Θάλασσα. Η ύπαρξη μόνιμων σταθμών παρακολούθησης, οι τακτικές ωκεανογραφικές μετρήσεις και η συνεχής καταγραφή φυσικών και χημικών παραμέτρων αποτελούν κρίσιμο εργαλείο για την κατανόηση των αλλαγών. Επίσης, σημαντική είναι και η έγκυρη προσομοίωση (πρόγνωση) της εκροής και της εξάπλωσης των νερών αυτών στο Βόρειο Αιγαίο», σημειώνει ο κ. Ανδρουλιδάκης.

Κλειδί στην προσπάθεια αυτή αποτελεί η επαναλειτουργία του παράκτιου ραντάρ στη Λήμνο, το οποίο επιτρέπει την παρακολούθηση της κυκλοφορίας των υδάτων και της πιθανής μεταφοράς ρύπων σε πραγματικό χρόνο. «Η συνεχής λειτουργία τέτοιων υποδομών δεν αφορά μόνο την επιστημονική γνώση. Αποτελεί βασικό εργαλείο για την περιβαλλοντική προστασία, την έγκαιρη προειδοποίηση σε περίπτωση ρύπανσης και τη στήριξη της βιώσιμης διαχείρισης των θαλάσσιων πόρων», αναφέρει ο καθηγητής. Η σημασία αυτής της υδάτινης ανταλλαγής ξεπερνά τα τοπικά όρια, καθώς επηρεάζει τη βαθιά κυκλοφορία ολόκληρης της Ανατολικής Μεσογείου. «Το Βόρειο Αιγαίο αποτελεί έναν κρίσιμο “κόμβο” στη μεσογειακή κυκλοφορία, επηρεάζοντας τη στρωμάτωση, τη δημιουργία πυκνών υδάτων και τελικά τη βαθιά κυκλοφορία της Ανατολικής Μεσογείου. Με άλλα λόγια, ό,τι συμβαίνει στα Στενά δεν μένει στα Στενά — διαχέεται σε ολόκληρη τη Μεσόγειο».

Καθώς η κλιματική αλλαγή μεταβάλλει τις παγκόσμιες ισορροπίες, η ενίσχυση των επιστημονικών υποδομών καθίσταται αναγκαία για τη διαχείριση των αλλαγών που βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη. «Η Μαύρη Θάλασσα, το Αιγαίο και η Ανατολική Μεσόγειος αποτελούν ένα ενιαίο, διασυνδεδεμένο σύστημα. Η παρακολούθηση και η ενίσχυση των επιστημονικών υποδομών στην περιοχή δεν είναι πολυτέλεια — είναι αναγκαία προϋπόθεση για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε, να προβλέψουμε και να διαχειριστούμε τις αλλαγές που ήδη βρίσκονται σε εξέλιξη», τονίζει ο κ. Ανδρουλιδάκης, καταλήγοντας πως: «Η ιστορία που γράφεται σήμερα στα νερά του Βορείου Αιγαίου δεν αφορά μόνο τους επιστήμονες. Αφορά την οικολογική ισορροπία, την οικονομία των νησιών και το μέλλον της Μεσογείου στο σύνολό της. Αν η τάση συνεχιστεί, οι επιπτώσεις μπορεί να φτάσουν μέχρι την αλιεία και τις τοπικές οικονομίες που εξαρτώνται από αυτήν».