Οι πάγοι στην Ανταρκτική λιώνουν υποθαλάσσια – Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει τις συνέπειες

Ανταρκτική: Oι πάγοι λιώνουν απειλητικά – Τι κρύβεται κάτω από την επιφάνεια;

Επιστήμη
Δημοσιεύθηκε  · 6 λεπτά ανάγνωση

Καθώς ο πλανήτης μας υπερθερμαίνεται, το λιώσιμο των πάγων στην Ανταρκτική αποτελεί ένα από τα φλέγοντα ζητήματα που απασχολούν εντόνως τους επιστήμονες, ως άμεση συνέπεια της κλιματικής αλλαγής. Ο λόγος είναι ότι αυτό το λιώσιμο ενδέχεται να προκαλέσει μια δραματική άνοδο της στάθμης των υδάτων της θάλασσας, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει στην καταστροφή πολλών παράκτιων περιοχών ανά τον κόσμο.

Ο Δρ. Μπεν Γκάλτον-Φέντζι, ένας ειδικός που έχει αφιερώσει τη ζωή του στη μελέτη της Ανταρκτικής, μίλησε στον Guardian για τις δυσοίωνες επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στους αιώνιους πάγους της ηπείρου. Αυτό που προκαλεί τη μεγαλύτερη ανησυχία στους επιστήμονες δεν είναι τόσο τα φαινόμενα που παρατηρούνται στην επιφάνεια, αλλά κυρίως αυτά που λαμβάνουν χώρα σε βάθος σχεδόν δύο χιλιομέτρων κάτω από αυτήν. Συγκεκριμένα, στο σημείο όπου ο ωκεανός συναντά τον πάγο.

Η ανάγκη να κατανοήσουμε τι ακριβώς συμβαίνει κάτω από τις παγοκρηπίδες είναι πιο επιτακτική από ποτέ. Η ταχύτητα με την οποία λιώνουν οι πάγοι θα καθορίσει και τη μοίρα των παράκτιων περιοχών του πλανήτη μας.

Η Ανταρκτική φιλοξενεί περισσότερες από 70 παγοκρηπίδες, οι οποίες εκτείνουν το τεράστιο στρώμα πάγου της ηπείρου πάνω από τον ωκεανό. Αυτές οι παγοκρηπίδες καλύπτουν μια έκταση περίπου 1,5 εκατομμυρίων τετραγωνικών χιλιομέτρων και επιπλέουν στο νερό.

Αν λιώσουν οι παγοκρηπίδες από μόνες τους, δεν θα υπάρξει άνοδος της στάθμης της θάλασσας. Ωστόσο, εάν η υπερθέρμανση των ωκεάνιων υδάτων ξεκινήσει να τις λιώνει από κάτω προς τα πάνω, τότε ελλοχεύουν σοβαροί κίνδυνοι. Οι παγοκρηπίδες θα μπορούσαν να αποσταθεροποιηθούν, επιτρέποντας έτσι στο στρώμα πάγου να γλιστρήσει με μεγαλύτερη ταχύτητα προς τον ωκεανό, γεγονός που θα ανέβαζε τη στάθμη της θάλασσας παγκοσμίως κατά αρκετά μέτρα.

Σύμφωνα με τους ειδικούς, οι πλέον ευάλωτες περιοχές της Ανταρκτικής διαθέτουν από μόνες τους αρκετό πάγο ώστε, αν λιώσει ολοκληρωτικά, να προκαλέσει άνοδο της στάθμης της θάλασσας κατά περίπου 15 μέτρα.

Ο Δρ. Μπεν Γκάλτον-Φέντζι, ως κύριος ερευνητής στο Αυστραλιανό Τμήμα Ανταρκτικής, ηγήθηκε μιας νέας έρευνας που συνένωσε τις εργασίες μοντελοποίησης για αυτόν τον «βασικό ρυθμό τήξης» από εννέα διαφορετικές ομάδες σε ολόκληρο τον κόσμο.

Όπως χαρακτηριστικά δήλωσε στον Guardian, «πρέπει να το γνωρίζουμε αυτό, επειδή η απώλεια μάζας που προκαλείται από τον ωκεανό είναι μία από τις μεγαλύτερες αβεβαιότητες στις προβλέψεις για το στρώμα πάγου της Ανταρκτικής. Και, κατά συνέπεια, για την παγκόσμια άνοδο της στάθμης της θάλασσας».

Συνδυάζοντας τα εννέα αυτά διαφορετικά μοντέλα, ο Δρ. Γκάλτον-Φέντζι και οι συνεργάτες του εκτιμούν ότι, κατά τις τελευταίες δεκαετίες, οι παγοκρηπίδες της ηπείρου έχασαν περίπου 843 δισεκατομμύρια τόνους μάζας ετησίως, λόγω του λιώσιμου που προκαλείται από κάτω. Αυτή η τεράστια ποσότητα αντιστοιχεί περίπου στην ποσότητα νερού που εκβάλλει ο ποταμός Νείλος στον ωκεανό κάθε χρόνο.

Η εν λόγω ανάλυση διήρκεσε δέκα ολόκληρα χρόνια και οι επιστήμονες ελπίζουν ότι θα συμβάλει σημαντικά στη βελτίωση της μελλοντικής μοντελοποίησης.

Οι παγοκρηπίδες στην Ανταρκτική χάνουν μάζα όταν οι άκρες τους σχηματίζουν σχισμές στον ωκεανό. Παράλληλα, όμως, αποκτούν μάζα από τις χιονοπτώσεις. Μάλιστα, υπάρχουν στοιχεία που δείχνουν ότι η υπερθέρμανση του πλανήτη έχει οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερες χιονοπτώσεις στην ήπειρο.

Μια ολοκληρωμένη ανάλυση ολόκληρου του παγοκαλύμματος της Ανταρκτικής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, συνολικά, η ήπειρος έχασε 93 δισεκατομμύρια τόνους πάγου μεταξύ του 1992 και του 2020.

Όπως εξηγεί ο Δρ. Μπεν Γκάλτον-Φέντζι, η γνώση του ρόλου που διαδραματίζει ο ωκεανός στην πρόκληση της απώλειας μάζας και του τρόπου με τον οποίο αυτή η απώλεια ανατροφοδοτεί τη ροή του πάγου προς τον ωκεανό, αποτελεί ένα θεμελιώδες πρόβλημα με το οποίο ασχολούνται εντατικά πολλές χώρες.

«Γνωρίζουμε με πολύ μεγάλη βεβαιότητα ποιο θα είναι το σημάδι της αλλαγής. Τα παγοκαλύμματα θα συνεχίσουν να χάνουν μάζα. Η αβεβαιότητα έγκειται στο πόσο γρήγορα και πόσο», τονίζει χαρακτηριστικά.

Στην επιφάνεια του ωκεανού, το θαλασσινό νερό παγώνει σε θερμοκρασίες περίπου -1,9°C. Ωστόσο, κάτω από μια παγοκρηπίδα, δηλαδή σε βάθος ενός χιλιομέτρου ή και περισσότερο, το νερό του ωκεανού παγώνει σε θερμοκρασίες μετά τους -2,2°C.

Ο Δρ. Στιβ Ρίντουλ, ωκεανογράφος και ειδικός στην Ανταρκτική που εργάζεται στην Επιστημονική Υπηρεσία της Αυστραλίας CSIRO, εξηγεί στον Guardian ότι «το πιο κρύο νερό οπουδήποτε στον ωκεανό βρίσκεται κάτω από τις παγοκρηπίδες της Ανταρκτικής. Εκεί δεν υπάρχει φως».

«Όλα τα συμβατικά εργαλεία που διαθέτουμε για τη μέτρηση του ωκεανού δεν μπορούν να φτάσουν εκεί», συμπληρώνει. Ούτε οι δορυφόροι μπορούν να διεισδύσουν, επειδή το νερό είναι καλυμμένο με πάγο. Τα πλοία δεν μπορούν να πλησιάσουν. Οι παγοκρηπίδες περιβάλλονται από πυκνό θαλάσσιο πάγο και συχνά έχουν έντονες ρωγμές στην επιφάνειά τους. Ακόμα κι αν κατορθώναμε να ανοίξουμε μια τρύπα, είναι εξαιρετικά δύσκολο να φτάσει εκεί άνθρωπος.

Μέχρι σήμερα, έχουν διανοιχθεί ελάχιστες τρύπες, οι οποίες μπορούν να παρέχουν δεδομένα μόνο για το πώς διαμορφώνονται οι συνθήκες σε ένα σημείο μέσα σε ένα απέραντο, υποθαλάσσιο παγωμένο τοπίο.

Η ομάδα του Δρ. Ρίντουλ χρησιμοποίησε ένα αυτόνομο πλωτό όργανο, προκειμένου να μετρήσει την περιεκτικότητα του νερού σε αλάτι και τη θερμοκρασία. Τα δεδομένα που συνέλεξε το όργανο έδειξαν ότι μία από αυτές τις παγοκρηπίδες, η Denman, εκτίθεται σε θερμό νερό που την λιώνει από κάτω.

Σύμφωνα με τον Στιβ Ρίντουλ, η λεκάνη απορροής Denman περιέχει αρκετό νερό για να προκαλέσει άνοδο της παγκόσμιας στάθμης της θάλασσας κατά 1,5 μέτρο. «Η διαμόρφωσή της είναι τέτοια που, μόλις ξεπεράσει ένα συγκεκριμένο όριο, μπορεί να υποχωρήσει με ασταθή τρόπο. Χωρίς καμία άλλη επιρροή από τον ωκεανό».

Όπως επισημαίνουν οι ειδικοί, στο γεωλογικό παρελθόν, όταν η Γη ήταν καλυμμένη από περισσότερο πάγο από ό,τι σήμερα, οι παγετώνες της Ανταρκτικής, καθώς επεκτείνονταν, δημιούργησαν γιγάντια φαράγγια.

«Δημιουργούσαν τις προϋποθέσεις για την καταστροφή τους», λέει ο Δρ. Ρίντουλ. «Γιατί αυτά είναι βαθιά κανάλια, μέσα από τα οποία μπορεί να εισέλθει το ζεστό νερό».

Η Δρ. Σου Κουκ, παγετωνολόγος στο Πανεπιστήμιο της Τασμανίας, εξηγεί ότι σε οποιοδήποτε φυσιολογικό, υγιές στρώμα πάγου θα υπήρχε τήξη από κάτω. Ωστόσο, η σχετική έλλειψη δεδομένων συνεπάγεται ότι υπάρχουν μεγάλες αβεβαιότητες σχετικά με το πόσο γρήγορα θα αλλάξουν οι παγοκρηπίδες. Αυτό, με τη σειρά του, σημαίνει ότι ορισμένες από τις πιο ακραίες επιπτώσεις στον πλανήτη είναι δύσκολο να αποκλειστούν. Και όχι μόνο εκείνες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τις παράκτιες περιοχές.

Σύμφωνα με τη Δρα. Κουκ, υπάρχει ακόμη ένα «πραγματικά επείγον ερώτημα» αναφορικά με την Ανταρκτική. Συγκεκριμένα, πώς οι αυξανόμενες ποσότητες νερού από το λιώσιμο των πάγων θα μπορούσαν να επιβραδύνουν τα μεγάλα ωκεάνια ρεύματα. Και πόσο βαθιές θα είναι οι συνέπειες για τον κόσμο.

Στην πραγματικότητα, όπως τονίζει χαρακτηριστικά, «δεν γνωρίζουμε αν θα συμβεί ή όχι. Έτσι, τα μοντέλα μπορούν να μας βοηθήσουν να κοιτάξουμε στο μέλλον». Επισημαίνει ότι τα θαλάσσια ρεύματα βοηθούν το κλίμα να παραμένει σταθερό. Αν αυτή η ισορροπία διαταραχθεί, «οι συνέπειες θα μπορούσαν να είναι δραματικές».

Ωστόσο, σύμφωνα με τη Σου Κουκ, «δεν έχουμε την πλήρη κατανόηση που χρειαζόμαστε για να προβλέψουμε τις μελλοντικές αλλαγές».

Από την πλευρά του, ο Στιβ Ρίντουλ δηλώνει ότι η απώλεια του πάγου εξαρτάται άμεσα από το πόσα αέρια του θερμοκηπίου παράγουμε. «Υπάρχει λόγος για τον οποίο η διεθνής κοινότητα έθεσε στόχους θερμοκρασίας. Αυτοί ορίστηκαν σε μεγάλο βαθμό λόγω του κινδύνου αποσταθεροποίησης του παγοκαλύμματος της Ανταρκτικής».

Επισημαίνει εμφατικά ότι το λιώσιμο των πάγων «αλλάζει τον χάρτη και δεν μπορούμε να βάλουμε το τζίνι πίσω στο μπουκάλι».