Ανταρκτική: Ανακαλύφθηκε τεράστιος ποταμός «Αθήνα-Βερολίνο» θαμμένος κάτω από τους πάγους!
Στην καρδιά της δυτικής Ανταρκτικής, ερευνητές έφεραν στο φως τα απομεινάρια ενός τεράστιου ποταμού, ηλικίας δεκάδων εκατομμυρίων ετών. Το μέγεθός του; Σχεδόν 1.500 χιλιόμετρα, μια απόσταση που αντιστοιχεί στην απόσταση μεταξύ Αθήνας και Βερολίνου!
Η έρευνα, που δημοσιεύτηκε στο έγκριτο περιοδικό Science Advances, προσφέρει πολύτιμες πληροφορίες για τις κλιματικές αλλαγές του παρελθόντος και τις πιθανές εξελίξεις στο μέλλον. Οι επιστήμονες ανατρέχουν στην Ηώκαινο περίοδο, πριν από 44 έως 34 εκατομμύρια χρόνια, όταν η Γη είχε ένα εντελώς διαφορετικό πρόσωπο. Χωρίς πάγους στους πόλους και με θερμότερο κλίμα, η ατμόσφαιρα άρχισε να αλλάζει, οδηγώντας στον σχηματισμό παγετώνων.
Μια διεθνής ομάδα εντόπισε ιζήματα με φυτικά και μικροβιακά κατάλοιπα, θαμμένα κάτω από δύο χιλιόμετρα πάγου. Τα δείγματα, που ανασύρθηκαν από τον βυθό, περιείχαν λάσπη, πετρώματα και οργανικό υλικό. Η ανάλυση αποκάλυψε κόκκους γύρης, υπολείμματα φυτών και μικροοργανισμών, αποκαλύπτοντας ένα ανεπτυγμένο χερσαίο οικοσύστημα με ποτάμια, υγροτόπους και εύκρατα δάση.
Η χρονολόγηση των ιζημάτων τοποθετεί το οικοσύστημα πριν από περίπου 34 εκατομμύρια χρόνια, όταν η Ανταρκτική μεταμορφωνόταν από μια ήπειρο με ήπιο κλίμα σε μια παγωμένη έκταση. Ανάμεσα στα φυτικά ίχνη, βρέθηκαν είδη παρόμοια με σύγχρονες οξιές και κωνοφόρα, αλλά και φυτικές κοινότητες που έχουν πλέον εξαφανιστεί.
Οι χημικές αναλύσεις επέτρεψαν στους επιστήμονες να υπολογίσουν τις θερμοκρασίες και τα επίπεδα βροχοπτώσεων της εποχής. Τα δεδομένα υποδεικνύουν ένα σταθερό οικοσύστημα που διατηρήθηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα, σηματοδοτώντας μια απότομη κλιματική αλλαγή στην Ανταρκτική. Ο σχηματισμός του μόνιμου παγοκαλύμματος και οι αλλαγές στα ωκεάνια ρεύματα οδήγησαν σε παγκόσμια πτώση της στάθμης της θάλασσας.
Η γεώτρηση, που πραγματοποιήθηκε με τη μέθοδο του θερμού νερού, αντιμετώπισε τεχνικές δυσκολίες, κυρίως στη διατήρηση του ανοίγματος από το πάγωμα. Οι επιστήμονες υπογραμμίζουν ότι τα νέα δεδομένα θα βοηθήσουν στη βελτίωση των κλιματικών μοντέλων και στην κατανόηση των μηχανισμών απότομων κλιματικών μεταβολών, προσφέροντας πολύτιμες γνώσεις για την αντιμετώπιση της σημερινής υπερθέρμανσης του πλανήτη.