Η ακρίβεια ψαλιδίζει τις αυξήσεις μισθών

Ακρίβεια-εφιάλτης στην Ελλάδα: Γιατί ο μισθός εξανεμίζεται πριν βγει ο μήνας

Οικονομία
Δημοσιεύθηκε  · 2 λεπτά ανάγνωση

Το κύμα της ακρίβειας που σαρώνει την αγορά δεν λέει να κοπάσει, εξανεμίζοντας τις όποιες αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις. Η κατάσταση αυτή προκαλεί δραματική μείωση της αγοραστικής δύναμης, πλήττοντας καίρια τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς, ιδιαίτερα στα νοικοκυριά με χαμηλά εισοδήματα.

Οι αριθμοί είναι αποκαλυπτικοί: οι ανατιμήσεις στα τρόφιμα και τη στέγαση "τρώνε" πάνω από το 50% των μηνιαίων αποδοχών. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Eurostat, η Ελλάδα καταγράφει τη χειρότερη επίδοση στην ΕΕ στο κόστος στέγασης, καθώς το 28,9% του πληθυσμού αναγκάζεται να δαπανά το 40% ή και περισσότερο του εισοδήματός του για το σπίτι του. Παρά τη μείωση της φορολογίας και τη νέα αύξηση στον κατώτατο μισθό που έρχεται την 1η Απριλίου, το κόστος ζωής παραμένει δυσβάσταχτο.

Τα δεδομένα του συστήματος Εργάνη δείχνουν ότι το 2025 ο μέσος μεικτός μισθός ανήλθε στα 1.363 ευρώ, σημειώνοντας αύξηση μόλις 1,56% σε σχέση με το 2024. Με τον πληθωρισμό όμως να τρέχει με 2,5%, η αγοραστική δύναμη των εργαζομένων στην πραγματικότητα συρρικνώνεται. Η εικόνα γίνεται ακόμα πιο σύνθετη αν αναλογιστούμε ότι το 36,5% των εργαζομένων λαμβάνει έως 1.000 ευρώ μεικτά, με το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων τους να κατευθύνεται σε ενοίκιο, ενέργεια και βασικά αγαθά.

Σε βάθος πενταετίας, οι μισθοί αυξήθηκαν σωρευτικά κατά 22%, αλλά ο πληθωρισμός της ίδιας περιόδου άγγιξε το 19,5%, ενώ η μη τιμαριθμοποίηση της φορολογικής κλίμακας περιόρισε τις καθαρές αποδοχές. Η σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρώπη αναδεικνύει το χάσμα: ο μέσος μισθός στην ΕΕ είναι υπερδιπλάσιος του ελληνικού, στα 3.155 ευρώ, με την Ελλάδα να βρίσκεται στην προτελευταία θέση της κατάταξης, πάνω μόνο από τη Βουλγαρία. Παράλληλα, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε όρους αγοραστικής δύναμης κινείται μόλις στο 69% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.

Η κοινωνική διάσταση του προβλήματος αποτυπώνεται ανάγλυφα στην έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ για το 2025, όπου έξι στα δέκα νοικοκυριά δηλώνουν ότι το εισόδημά τους εξαντλείται στις 18 του μηνός. Το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα παραμένει 15% χαμηλότερο από τα επίπεδα του 2009. Παράλληλα, ανάλυση της Alpha Bank δείχνει ότι ενώ το ονομαστικό εισόδημα αυξήθηκε κατά 27,5% την περίοδο 2019-2024, ο ΟΟΣΑ εκτιμά ότι η πραγματική αύξηση δεν ξεπέρασε το 12,3% λόγω του πληθωρισμού. Το μεγάλο ζητούμενο πλέον δεν είναι απλώς οι ονομαστικές αυξήσεις, αλλά η ουσιαστική αποκατάσταση της χαμένης αγοραστικής δύναμης.