Στις ακριβότερες χώρες της Ευρώπης η Ελλάδα στη βενζίνη – Δείτε συγκριτικά στοιχεία

Πρωταθλήτρια ακρίβειας η Ελλάδα στη βενζίνη: Γιατί οι τιμές παραμένουν στα ύψη

Auto & Moto
Δημοσιεύθηκε  · 2 λεπτά ανάγνωση

Ενώ η κυβέρνηση επιχειρεί να συγκρατήσει τις τιμές των καυσίμων μέσω πλαφόν, η Ελλάδα παραμένει σταθερά ανάμεσα στις πιο ακριβές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία για τη μέση τιμή της αμόλυβδης 95 οκτανίων στις 9 Μαρτίου 2026, το κόστος στην ελληνική αγορά άγγιξε τα 1,85 ευρώ το λίτρο, κατατάσσοντας τη χώρα μας στην 5η θέση των 27 κρατών-μελών.

Η σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρώπη είναι αποκαλυπτική και αναδεικνύει ένα χάσμα τιμών. Στον αντίποδα της Ελλάδας, η Βουλγαρία προσφέρει την πιο φθηνή βενζίνη με μόλις 1,27 ευρώ το λίτρο, ενώ η Μάλτα και η Κύπρος ακολουθούν με τιμές γύρω στα 1,34-1,35 ευρώ. Σε σχετικά χαμηλά επίπεδα κινούνται επίσης η Σλοβενία, η Τσεχία, η Σλοβακία και η Πολωνία, όπου οι τιμές κυμαίνονται μεταξύ 1,45 και 1,50 ευρώ.

Αντίθετα, οι πιο «τσουχτερές» αγορές εντοπίζονται στη Βόρεια και Δυτική Ευρώπη. Η Ολλανδία παραμένει η ακριβότερη αγορά καυσίμων με 2,17 ευρώ το λίτρο, ενώ η Γερμανία και η Δανία ξεπερνούν τα 2 ευρώ. Ακόμη και η Φινλανδία, με τιμές κοντά στα 1,93 ευρώ, βρίσκεται ψηλότερα από την Ελλάδα στην κατάταξη της ακρίβειας.

Γιατί όμως η Ελλάδα βρίσκεται σε αυτή τη δυσμενή θέση; Η απάντηση δεν κρύβεται μόνο στις διεθνείς τιμές του πετρελαίου ή το κόστος διύλισης, αλλά στη φορολογία που «καταπίνει» το μεγαλύτερο μέρος της τελικής τιμής. Από τα 1,85 ευρώ που πληρώνει ο οδηγός στην αντλία, σχεδόν το 60% αποτελείται αποκλειστικά από φόρους. Συγκεκριμένα, τα 1,10 ευρώ αφορούν τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης (ΕΦΚ) και περίπου 0,35-0,40 ευρώ τον ΦΠΑ 24%.

Το ποσοστό αυτό είναι αισθητά υψηλότερο από άλλες ισχυρές οικονομίες. Στη Γερμανία, οι φόροι αντιστοιχούν στο 53% της τελικής τιμής, στη Γαλλία στο 50-53% και στην Ιταλία στο 55%. Παρά το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση ορίζει έναν ελάχιστο ειδικό φόρο στα 0,36 ευρώ, η Ελλάδα επιλέγει να διατηρεί επιβαρύνσεις που ξεπερνούν κατά πολύ τον ευρωπαϊκό μέσο όρο των 0,55 ευρώ. Αυτό το καθεστώς εξασφαλίζει κρίσιμα έσοδα για το δημόσιο ταμείο, αλλά ταυτόχρονα στερεί από τους καταναλωτές τη δυνατότητα για ουσιαστική αποκλιμάκωση των τιμών, ακόμα και όταν η διεθνής αγορά εμφανίζει σημάδια υποχώρησης.