Παχυσαρκία: Τα κιλά επιστρέφουν όταν το φάρμακο σταματήσει

Ozempic: Χάσατε κιλά; Νέα έρευνα δείχνει ότι θα τα ξαναπάρετε!

Υγεία
Δημοσιεύθηκε  · 5 λεπτά ανάγνωση

Μέχρι πρότινος, τα φάρμακα τύπου Ozempic και Mounjaro θεωρούνταν η ιδανική λύση για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας. Ωστόσο, νέα δεδομένα που δημοσιεύθηκαν στην έγκριτη Βρετανική Ιατρική Επιθεώρηση (BMJ) θέτουν υπό αμφισβήτηση την παντοτινή απώλεια βάρους.

Ο Δημήτρης Κουτουκίδης, αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης, δήλωσε στην «Κ»: «Πρόκειται για μια συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση της βιβλιογραφίας. Αναλύσαμε 37 μελέτες με πάνω από 9.000 ασθενείς και εντοπίσαμε ότι αυτοί που έπαιρναν τα φάρμακα έχασαν κατά μέσον όρο 15 κιλά, αλλά ξαναπήραν το βάρος μέσα σε μόλις 1,5 χρόνο από τη στιγμή που τα σταμάτησαν. Μιλάμε για άτομα είτε υπέρβαρα είτε παχύσαρκα. Ολοι είχαν Δείκτη Μάζας Σώματος (ΔΜΣ) άνω του 25 και οι περισσότεροι είχαν ΔΜΣ άνω του 30».

Ο κ. Κουτουκίδης τονίζει ότι «η παχυσαρκία είναι χρόνια πάθηση και χρειάζεται συνεχή θεραπεία. Οπως κάποιος που έχει υπέρταση δεν θα σταματήσει τα φάρμακα για να συνεχίσει να έχει ρυθμισμένη πίεση, με τον ίδιο τρόπο κάποιος με παχυσαρκία δεν μπορεί να σταματήσει τη θεραπεία». Φαίνεται, λοιπόν, πως η παχυσαρκία απαιτεί μακροχρόνια αντιμετώπιση, γεγονός που έχει αντίκτυπο τόσο στην υγεία όσο και στον προϋπολογισμό των ασθενών.

Ο καθηγητής Παθολογίας – Μεταβολικών νοσημάτων της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ, Αλέξανδρος Κόκκινος, επιβεβαιώνει αυτή την εκτίμηση. Επισημαίνει ότι πολλοί εσφαλμένα θεωρούν την παχυσαρκία ως «έλλειψη θέλησης» για απώλεια βάρους, ενώ στην πραγματικότητα υπάρχει γενετική προδιάθεση. «Για το 70% των Ελλήνων είναι πιο δύσκολο να τρώει λιγότερη ενέργεια από αυτή που χρειάζεται, ώστε να παραμένει σε ένα φυσιολογικό βάρος», εξηγεί.

Σύμφωνα με τον καθηγητή Κόκκινο, ο εγκέφαλός μας, και συγκεκριμένα ο υποθάλαμος, αντιλαμβάνεται μια συγκεκριμένη τιμή βάρους ως υγιή και φυσιολογική, ακόμη και αν αυτή είναι στα όρια της παχυσαρκίας. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι πρόγονοί μας με αυξημένα αποθέματα λίπους είχαν περισσότερες πιθανότητες επιβίωσης σε περιόδους έλλειψης τροφής. «Eτσι λοιπόν, το σώμα μας αντιδρά τόσο γρήγορα (μετά τη διακοπή), γιατί αίρεται το αίσθημα του κορεσμού. Ο υποθάλαμος λέει “έχασες πολύ βάρος, πρέπει να σε επαναφέρω στο αρχικό σημείο που έχω ορίσει” και γι’ αυτό πεινάμε άμεσα», τονίζει.

Η χρήση αυτών των φαρμάκων έχει λάβει διαστάσεις κοινωνικού φαινομένου, με πολλούς να τα χρησιμοποιούν για γρήγορη απώλεια βάρους. «Πλέον η συζήτηση έχει μετατοπιστεί από το “προσπάθησε να προστατευθείς από τις διαφημίσεις της δίαιτας” στην προστασία από τα GLP-1. Θα πας σε ένα τραπέζι και όλοι θα λένε “κάνω ένεση”. Το λένε με ευκολία, με άνεση, απενοχοποιημένα», δηλώνει η διαιτολόγος-διατροφολόγος Κωνσταντίνα Κατσανά. Ωστόσο, αυτή η «απενοχοποίηση» εγκυμονεί κινδύνους, καθώς η χρήση αυτών των σκευασμάτων σε άτομα με διαταραγμένη σχέση με το φαγητό μπορεί να συγκαλύψει το πρόβλημα και να οδηγήσει σε διατροφικές διαταραχές.

Πολλά από αυτά τα φάρμακα δεν συνταγογραφούνται, καθιστώντας εύκολη την αυτόνομη προμήθειά τους από το φαρμακείο. Πολλοί αναζητούν την εύκολη λύση, το «μαγικό χάπι» που θα τους απαλλάξει από το περιττό βάρος χωρίς προσπάθεια.

Η κλινική διαιτολόγος-διατροφολόγος Μελίνα Καριπίδου τονίζει ότι «τώρα, κατά τη διάρκεια των γιορτών που πήραμε κιλά, κάποιοι πάνε να αγοράσουν τα συγκεκριμένα φάρμακα γιατί, ας πούμε, το καλοκαίρι θέλουν να βγουν με μπικίνι στην παραλία και να είναι αδύνατοι. Αυτό πέρα από κατάχρηση είναι και επικίνδυνο». Επισημαίνει ότι το φάρμακο μειώνει την ανάγκη για τροφή, αλλά δεν εκπαιδεύει τον χρήστη. «Αν εγώ είχα παραπάνω βάρος και έτρωγα δύο πίτσες την ημέρα και τώρα που παίρνω το Mounjaro τρώω ένα κομμάτι πίτσα, θα αδυνατίσω. Ωστόσο, δεν θα αλλάξουν οι συμπεριφορές μου», εξηγώντας ότι μόλις τελειώσει η επήρεια των φαρμάκων θα επιστρέψουμε στις παλιές συνήθειες. Ο κ. Κουτουκίδης επισημαίνει επίσης πως «πρέπει να υπάρχει πάντα ιατρική παρακολούθηση. Μάλιστα, όταν υπάρχει και διαιτητική παρακολούθηση, βλέπουμε ότι βελτιώνεται η απώλεια βάρους».

Η Μαρία, η οποία λάμβανε Ozempic για πάνω από ενάμιση χρόνο και έχασε 20 κιλά, εξομολογείται ότι το φάρμακο της άλλαξε τη ζωή. Ακολούθησε αυστηρά τις οδηγίες, άλλαξε τη διατροφή της, ξεκίνησε γυμναστική και παρακολουθούσε τακτικά τις εξετάσεις της. Αυτός ο υγιεινός τρόπος ζωής έχει γίνει πλέον συνήθεια.

Ένα σημαντικό ζήτημα είναι το ταξικό χάσμα που δημιουργείται λόγω του υψηλού κόστους των φαρμάκων. «Τα φάρμακα είναι ακριβά. Οι πρώτες δόσεις κοστίζουν 250 ευρώ, ενώ οι μεγαλύτερες φτάνουν στα 350 και 450 ευρώ τον μήνα. Δεν είναι μικρό ποσό. Οι υψηλότερες κοινωνικοοικονομικές τάξεις έχουν καλύτερο βάρος από τις χαμηλότερες», σχολιάζει η κ. Καριπίδου.

Ο ερευνητής κ. Κουτουκίδης προτείνει μια πιο στοχευμένη πολιτική από το ΕΣΥ, προσφέροντας τα σκευάσματα σε αυτούς με το μεγαλύτερο πρόβλημα, καθώς δεν μπορεί να καλύψει το κόστος για όλους τους παχύσαρκους Έλληνες. «Για τον γενικότερο πληθυσμό υπάρχουν άλλα διαιτολογικά προγράμματα που ξέρουμε ότι είναι πολύ αποτελεσματικά και μπορεί να είναι οικονομικά πιο αποδοτικά για το σύστημα», αναφέρει.

Μελέτη σε 9.341 παχύσαρκους ή υπέρβαρους ασθενείς που λάμβαναν φάρμακα αδυνατίσματος, έδειξε ότι μετά τη διακοπή, οι ασθενείς έπαιρναν κατά μέσον όρο 0,4 κιλά τον μήνα και σε 19 μήνες επέστρεφαν στο αρχικό βάρος. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας χάνονταν 8,3 κιλά κατά μέσον όρο, αλλά ανακτώνταν 4,8 κιλά εντός του πρώτου έτους.

Παράγοντες κινδύνου για την καρδιακή υγεία, όπως η αρτηριακή πίεση και η χοληστερόλη, επέστρεφαν στα αρχικά επίπεδα εντός 16 μηνών κατά μέσον όρο.

Οι μισοί ασθενείς είχαν λάβει φάρμακα GLP-1, συμπεριλαμβανομένων 1.776 που είχαν λάβει σεμαγλουτίδη (Ozempic και Wegovy) και τιρζεπατίδη (Mounjaro και Zepbound).

Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η μηνιαία επανάκτηση βάρους ήταν ταχύτερη μετά τη λήψη των φαρμάκων αδυνατίσματος σε σχέση με τα προγράμματα συμπεριφορικής διαχείρισης βάρους.