Λίμνη Κορώνεια: Το χρονικό μιας αργής “δολοφονίας” – Πώς χάθηκε το 90% του νερού της

Η λίμνη Κορώνεια έχασε το 90% του νερού της

Περιβάλλον
Δημοσιεύθηκε  · 4 λεπτά ανάγνωση

Η λίμνη Κορώνεια στη Βόρεια Ελλάδα έχει χάσει περίπου το 90% του νερού της, έχοντας γίνει θύμα της παρατεταμένης ανομβρίας και της ανεξέλεγκτης ανθρώπινης παρέμβασης. Κάποτε στην επιφάνειά της καθρέφτιζαν τα φτερά τους χιλιάδες αποδημητικά πουλιά, ενώ η ζωή κυλούσε στον ρυθμό του νερού. Σήμερα, στη θέση του εκτείνεται μια απέραντη λασποτοπιές, ραγισμένη και λευκασμένη από τον ήλιο.

Η πάλαι ποτέ πέμπτη μεγαλύτερη λίμνη της Ελλάδας έχει συρρικνωθεί σε λιγότερο από το ένα δέκατο του αρχικού της μεγέθους. Η ριζική μετατροπή της έχει κάνει το υδάτινο οικόσυστημα της Βόρειας Ελλάδας ένα από τα πιο ορατά σύμβολα της κλιματικής κρίσης.

Πριν εμφανιστεί η ξηρασία, η Κορώνεια ήταν προστατευόμενος υδροβιότοπος και καταφύγιο για χιλιάδες μεταναστευτικά και υδρόβια πτηνά, ανάμεσά στα οποία ήταν και τα φλαμίνγκο. Η λίμνη αποτελούσε επίσης πόλο έλξης για τουρίστες, αλιείς και καλλιεργητές της περιοχής.

Έπειτα από μια δεκαετία παρατεταμένης ανομβρίας και υπεράρδευσης, το υδάτινο στοιχείο υποχώρησε δραματικά. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, το νερό που απομένει βρίσκεται εγκλωβισμένο σε μια σειρά από θολές λιμνούλες. Ο γυμνός πυθμένας μοιάζει πλέον με τεράστια λασπώδη πεδιάδα, ραγισμένη και λευκασμένη από τα χρόνια του αδυσώπητου ήλιου.

Η εικόνα αυτή έχει κάνει την περιοχή σύμβολο του τρόπου με τον οποίο η κλιματική αλλαγή και η λειψυδρία πλήττουν τη Βόρεια Ελλάδα. Οι βροχοπτώσεις γίνονται ολοένα πιο ακανόνιστες, ενώ οι αγρότες παλεύουν να αντλήσουν νερό για τις καλλιέργειές τους. Το ίδιο πρόβλημα αντιμετώπισε μεγάλο μέρος της Ευρώπης αυτό το καλοκαίρι, όταν καύσωνες και ανομβρία συρρίκνωσαν ποτάμια και λίμνες σε επίπεδα που δεν είχαν εμφανιστεί για δεκαετίες, επηρεάζοντας τη μεταφορά εμπορευμάτων και περιορίζοντας την παραγωγή ενέργειας.

«Γνωρίσαμε τη λίμνη στις καλές της μέρες, με ψαράδες, με άφθονο νερό, ένα πανέμορφο πάρκο και υπέροχες εικόνες με πουλιά. Αυτό που αντικρίζουμε σήμερα είναι μια απογοήτευση», δήλωσε ο Κώστας Χατζηβουλγαρίδης, πρόεδρος της παραλίμνιας κοινότητας του Αγίου Βασιλείου.

Οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι οι υδάτινοι πόροι της λίμνης άρχισαν να συρρικνώνονται μετά από μια βροχερή περίοδο το 2015-2016. Έκτοτε, τα χρόνια των χαμηλών βροχοπτώσεων και των υψηλότερων από τον μέσο όρο θερμοκρασιών εξαφάνισαν όχι μόνο το νερό της λίμνης, αλλά και τις πηγές που την τροφοδοτούσαν.

Δορυφορικές εικόνες του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών αποτυπώνουν τη συρρίκνωση: η επιφάνεια της λίμνης έπεσε στα 2,7 τετραγωνικά χιλιόμετρα, από τα 34,4 τετραγωνικά χιλιόμετρα που καταγράφηκαν το 2016.

«Ο κύριος παράγοντας πίσω από τη δραματική πτώση της στάθμης είναι ασφαλώς οι ετήσιες βροχοπτώσεις στη λεκάνη απορροής της, οι οποίες διαμορφώνονται στα 400 χιλιοστά κατά μέσο όρο τουλάχιστον τα τελευταία πέντε χρόνια – δηλαδή περίπου 150 χιλιοστά λιγότερο σε σχέση με τις προηγούμενες δεκαετίες», εξήγησε από τη Θεσσαλονίκη ο Δημήτρης Παπαδήμος, υπεύθυνος διαχείρισης υδατικών πόρων και κλιματικής αλλαγής στο Ελληνικό Κέντρο Βιοτόπων-Υγροτόπων.

Παράλληλα, καθώς η μέση τοπική θερμοκρασία έχει σκαρφαλώσει τα τελευταία χρόνια, η εξατμισοδιαπνοή έχει αυξηθεί κατά 100 έως 150 χιλιοστά ετησίως.

Το πρόβλημα, όμως, έχει και ανθρωπογενές σκέλος. Απεγνωσμένοι για νερό για τα κοπάδια και τις καλλιέργειές τους, οι αγρότες χρησιμοποιούσαν επί χρόνια τη λίμνη για να αναπληρώσουν τις μειωμένες βροχοπτώσεις, όπως αναφέρουν κάτοικοι και αρμόδιοι. Όταν δημοσιογράφης επισκέφθηκε την περιοχή τον περασμένο μήνα, ένας αγρότης χρησιμοποιούσε μια γιγαντιαία αντλία για να ρουφήξει νερό από ό,τι είχε απομείνει στη λίμνη προς τα χωράφια του.

Οι αρχές δηλώνουν ότι έχουν λάβει μέτρα αφότου το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έκρισε το 2013 ότι η Ελλάδα απέτυχε να προστατεύσει την Κορώνεια από την υπεράρδευση, τις παράνομες γεωτρήσεις και τη μόλυνση. Ο Πέτρος Βαρελίδης, γενικός γραμματέας Φυσικού Περιβάλλοντος και Υδάτων του Υπουργείου Περιβάλλοντος, δήλωσε ότι πλέον υπάρχει αυστηρότερη παρακολούθηση για τη μείωση της άρδευσης.