COP17 στη Γερεβάν: Ο πλανήτης εξετάζει την «καρδιά» της φύσης — και η διάγνωση είναι άσχημη
Αυτόν τον μήνα ολόκληρος ο πλανήτης καλείται να απαντήσει στο πιο αμείλικτο ερώτημα της εποχής μας: πώς θα μπει φρένο στην ολοκληρωτική καταστροφή της φύσης; Ο άνθρωπος κρατά τη σκανδάλη, αλλά μέχρι στιγμής αδυνατεί να σταματήσει τον κατήφορο.
Στα τέλη του 2022, οι κυβερνήσεις κατέληξαν σε μια φιλόδοξη συμφωνία —από αυτές που επιτυγχάνονται μια φορά τη δεκαετία— για την καλύτερη προστασία της φύσης, εν μέσω προειδοποιήσεων της επιστημονικής κοινότητας ότι ο πλανήτης διέρχεται τη μεγαλύτερη απώλεια ζωής από την εποχή της εξαφάνισης των δεινοσαύρων. Τώρα, αξιολογούν για πρώτη φορά την πρόοδό τους όσον αφορά τους στόχους που είχαν τεθεί.
Κάθε δύο χρόνια, τα συμβαλλόμενα μέρη της Σύμβασης του ΟΗΕ για τη Βιολογική Ποικιλότητα (CBD) πραγματοποιούν μια σύνοδο κορυφής. Η σύμβαση αυτή είναι μία από τις τρεις που δημιουργήθηκαν στη Σύνοδο της Γης στο Ρίο το 1992, μαζί με εκείνες για την κλιματική αλλαγή και την ερημοποίηση. Η Σύνοδος για τη Βιοποικιλότητα καλύπτει τρεις βασικούς τομείς: τη διατήρηση του φυσικού κόσμου, τη βιώσιμη χρήση του και τη δίκαιη κατανομή των οφελών από τους γενετικούς του πόρους.
Φέτος είναι η 17η φορά που τα συμβαλλόμενα μέρη συνέρχονται επισήμως, με κύριο επίκεντρο την αξιολόγηση της προόδου ως προς τους στόχους της τρέχουσας δεκαετίας. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η προστασία του 30% της ξηράς και της θάλασσας για τη φύση, η μεταρρύθμιση επιδοτήσεων ύψους 500 δισ. δολαρίων που βλάπτουν το περιβάλλον, καθώς και η αποκατάσταση του 30% των υποβαθμισμένων οικοσυστημάτων του πλανήτη.
Οι κυβερνήσεις δεν έχουν επιτύχει ούτε έναν στόχο του ΟΗΕ για τη φύση από τη δημιουργία της Σύμβασης για τη Βιοποικιλότητα στο Ρίο το 1992, και καταβάλλεται μεγάλη προσπάθεια ώστε τα επόμενα χρόνια, μέχρι την προθεσμία του 2030, να υπάρξει διαφορετική έκβαση.
Η Αρμενία φιλοξενεί τη σύνοδο COP17, η οποία πραγματοποιείται στην πρωτεύουσα Γερεβάν από τις 19 έως τις 30 Οκτωβρίου. Αποστολή της είναι να συντονίσει και να πιέσει τις κυβερνήσεις να αναλάβουν δράση για την ισχνή πρόοδο που έχει σημειωθεί μέχρι στιγμής.
Πριν από τη σύνοδο κορυφής, οι χώρες συναντήθηκαν στο Ναϊρόμπι για να συζητήσουν τις προτεραιότητές τους, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι βρίσκονται εκτός τροχιάς σε καθένα από τους 23 στόχους που συμφωνήθηκαν στο Μόντρεαλ το 2022. Στην Αρμενία, οι υπουργοί Περιβάλλοντος καλούνται να αποφασίσουν πώς θα αντιμετωπίσουν αυτή την κατάσταση.
Ωστόσο, η πρόκληση είναι μεγάλη: η τελευταία σύνοδος για τη βιοποικιλότητα, η COP16 στο Κάλι της Κολομβίας, έληξε εν μέσω χάους και χωρίς σαφή συμφωνία σε κρίσιμα ζητήματα, καθώς εξαντλήθηκε ο χρόνος των διαπραγματεύσεων. Χρειάστηκε ένας επιπλέον γύρος συνομιλιών στη Ρώμη για να ολοκληρωθεί η συνάντηση.
«Όχι απαραίτητα. Μπορεί να φαίνεται ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται, αλλά υπάρχουν ενδείξεις προόδου σε ορισμένους τομείς», αναφέρει ο Guardian.
Ο στόχος για την προστασία του 30% της Γης αποτελεί τον κεντρικό στόχο αυτής της δεκαετίας, εμπνευσμένος από το όραμα του βιολόγου του Χάρβαρντ, Ε. Ο. Ουίλσον, για την προστασία του μισού πλανήτη με σκοπό τη μακροπρόθεσμη επιβίωση της ανθρωπότητας.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις, οι κυβερνήσεις βρίσκονται κοντά στην επίτευξη αυτού του αριθμού για την ξηρά, έχοντας συμφωνήσει μέχρι στιγμής να θέσουν το 27,5% των χερσαίων περιοχών υπό καθεστώς προστασίας ως φυσικά καταφύγια, εθνικά πάρκα και άλλες προστατευόμενες ζώνες.
Ωστόσο, ο στόχος δεν αφορά απλώς τη δημιουργία νέων προστατευόμενων περιοχών «στα χαρτιά»: δίνει έμφαση στην αποτελεσματική διαχείριση διατήρησης περιοχών που είναι ιδιαίτερα ζωτικής σημασίας για την εύρυθμη λειτουργία των οικοσυστημάτων, όπως οι υγρότοποι, τα τροπικά δάση, τα λιβάδια και οι κοραλλιογενείς ύφαλοι.
Σε άλλους στόχους, ωστόσο, δεν έχει σημειωθεί σχεδόν καμία πρόοδος.
Η επιδίωξη για μεταρρύθμιση και αναπροσανατολισμό 500 δισ. δολαρίων από περιβαλλοντικά επιζήμιες επιδοτήσεις έχει μείνει σχεδόν στα χαρτιά. Από τις φορολογικές ελαφρύνσεις που παρέχονται σε εταιρείες ορυκτών καυσίμων έως την κρατική ενίσχυση για την καταστροφή τροπικών δασών με σκοπό την επέκταση των καλλιεργειών, οι κυβερνήσεις παραμένουν βασικός μοχλός απώλειας της βιοποικιλότητας.
Στο δεύτερο σκέλος η απάντηση συμπυκνώνεται σε μία λέξη: χρήματα. Οι κυβερνήσεις πρέπει να κάνουν περισσότερα —και γρήγορα— εάν θέλουν να επιτύχουν ορισμένους από τους στόχους αυτής της δεκαετίας.
«Αυτή είναι μια πραγματικά σημαντική ευκαιρία για τα συμβαλλόμενα μέρη να πραγματοποιήσουν μια σοβαρή διόρθωση πορείας», δήλωσε ο Γκίντο Μπρόεκχοβεν, επικεφαλής πολυμερούς πολιτικής του Παγκόσμιου Ταμείου για τη Φύση (WWF), προσθέτοντας ότι οι χώρες πρέπει να δεσμευτούν σε συγκεκριμένες δράσεις για να επαναφέρουν τον πλανήτη στη σωστή τροχιά.
Ωστόσο, ο κόσμος έχει αλλάξει σημαντικά από το 2022, όταν υπήρχε θερμή υποστήριξη για μέτρα προστασίας της φύσης στον απόηχο της πανδημίας COVID-19.
Παρότι οι ΗΠΑ δεν έχουν υπογράψει τη Σύμβαση του ΟΗΕ για τη Βιολογική Ποικιλότητα, αποτελούσαν σημαντικό χρηματοδότη δράσεων διατήρησης μέσω της USAID, μιας υπηρεσίας της οποίας ο προϋπολογισμός έχει περικοπεί δραματικά από τη διακυβέρνηση Τραμπ. Η Βρετανία και άλλες ευρωπαϊκές χώρες έχουν επίσης μειώσει τη χρηματοδότησή τους για την προστασία του περιβάλλοντος παγκοσμίως.
Οι αναπτυσσόμενες χώρες ξεκαθαρίζουν εδώ και καιρό ότι δεν μπορεί να υπάρξει μεγαλύτερη φιλοδοξία για τη διατήρηση της φύσης χωρίς πρόσθετους πόρους. Χωρίς χρηματοδότηση —όχι μόνο συμφωνημένη, αλλά και εκταμιευμένη— είναι αμφίβολο αν θα υπάρξει περαιτέρω πρόοδος στην επίτευξη των στόχων αυτής της δεκαετίας.
Ορισμένες χώρες, όπως η Νορβηγία και η Σουηδία, έχουν εκπληρώσει τις οικονομικές τους δεσμεύσεις, αλλά άλλες καθυστερούν, όπως δείχνουν οι έρευνες. «Η Ιαπωνία ξεχωρίζει ως μια πολύ μεγάλη οικονομία που δεν συνεισφέρει σημαντικά στη διεθνή χρηματοδότηση για τη φύση», δήλωσε ο Μπράιαν Ο' Ντόνελ, διευθυντής της οργάνωσης Campaign for Nature.
Η ιδιωτική χρηματοδότηση για τη βιοποικιλότητα σημειώνει επίσης πτώση από το 2022. Το 2025 ιδρύθηκε το Ταμείο του Κάλι (Cali Fund) με σκοπό να ενθαρρύνει ιδιωτικές εταιρείες που επωφελούνται από τους γενετικούς πόρους της φύσης να συνεισφέρουν στη διατήρησή της. Ωστόσο, παραμένει ουσιαστικά άδειο. Μέχρι τη Δευτέρα, με την έναρξη της COP17, είχε λάβει μόλις 10.656 δολάρια σε δεσμεύσεις, εκ των οποίων τα 7.085 δολάρια έχουν κατατεθεί — ποσό που απέχει παρασάγγας από τον ετήσιο στόχο συγκέντρωσης 1 δισ. δολαρίων.
Μια άλλη πρόκληση είναι ο τεράστιος όγκος των θεμάτων που καλούνται να διαπραγματευτούν οι εκπρόσωποι. «Πρόκειται για μια ιδιαίτερα επιβεβαρυμένη ατζέντα», δήλωσε η Κάθριν Ουέλερ, διευθύντρια διεθνούς πολιτικής της οργάνωσης Fauna & Flora. «Υπάρχει πραγματικός κίνδυνος να μην προλάβουν να τα καλύψουν όλα».