Τέσσερις χώρες κρατούν το 53% των εξαγωγών λιπασμάτων
Η παγκόσμια παραγωγή τροφίμων εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις ελάχιστες χώρες που κυριαρχούν στις εξαγωγές λιπασμάτων. Το 2024, ο συνολικός όγκος των εξαγωγών ξεπέρασε τα 113 εκατ. τόνους, αποτυπώνοντας μια αγορά συγκεντρωμένη σε λίγους και ισχυρούς προμηθευτές.
Η Ρωσία βρέθηκε στην πρώτη θέση με 23,2 εκατ. τόνους. Ακολούθησαν ο Καναδάς με 14,4 εκατ. τόνους, το Μαρόκο με 12,2 εκατ. τόνους και η Κίνα με 10,1 εκατ. τόνους. Οι τέσσερις χώρες κάλυψαν αθροιστικά το 53% των παγκόσμιων εξαγωγών. Η κυριαρχία τους στην αγορά συνδέεται κυρίως με τους φυσικούς πόρους τους.
Η μεγάλη συγκέντρωση της αγοράς λιπασμάτων σε λίγους προμηθευτές την καθιστά ευάλωτη σε διαταραχές. Κάθε διακοπή ή κλωσύνη στην αγορά μπορεί να επηρεάσει το κόστος παραγωγής των αγροτών και, κατ' επέκταση, τις τιμές των τροφίμων.
Το δεύτερο τρίμηνο του 2026, οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν ο μεγαλύτερος προμηθευτής πετρελαίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης, με μερίδιο 18,8%. Ακολούθησαν η Νορβηγία με 14,3% και το Καζακστάν με 13,4%.
Στο υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG), οι Ηνωμένες Πολιτείες κατέχουν πάλι την πρώτη θέση, καλύπτοντας το 63,2% των εισαγωγών. Η Ρωσία βρίσκεται στη δεύτερη θέση με μερίδιο 17,3%. Στο φυσικό αέριο μέσω αγωγών κυριαρχεί η Νορβηγία με 51,2%, ακολουθούν η Αλγερία με 18,2% και το Ηνωμένο Βασίλειο με 11,1%.
Οι εισαγόμενες ποσότητες πετρελαίου παρέμειναν σχεδόν σταθερές. Ωστόσο, η αξία του εισαγόμενου πετρελαίου αυξήθηκε κατά +55,8% σε σύγκριση με τον μηνιαίο μέσο όρο του 2025. Η αύξηση σημειώθηκε εν μέσω υψηλότερων τιμών και αναταράξεων στις διεθνείς αγορές πετρελαίου.