Τα μικρόβια στο στόμα μπορεί να κρατούν το κλειδί για την πρόληψη της παχυσαρκίας

Επανάσταση στην πρόληψη παχυσαρκίας: Νέος τρόπος έγκαιρης ανίχνευσης!

Υγεία
Δημοσιεύθηκε  · 3 λεπτά ανάγνωση

Οι επιστήμονες ανακάλυψαν μια νέα μέθοδο έγκαιρης ανίχνευσης της παχυσαρκίας, ανοίγοντας τον δρόμο για καινοτόμες στρατηγικές πρόληψης. Σύμφωνα με μια μελέτη που δημοσιεύθηκε στο έγκριτο επιστημονικό περιοδικό Cell Reports, τα παχύσαρκα άτομα εμφανίζουν ένα διαφορετικό σύνολο μικροβίων στο στόμα τους σε σύγκριση με εκείνους που διατηρούν ένα φυσιολογικό βάρος.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας για το 2022, περίπου 890 εκατομμύρια άνθρωποι παγκοσμίως αντιμετωπίζουν την παχυσαρκία, ενώ 2,5 δισεκατομμύρια ενήλικες είναι υπέρβαροι.

Οι αιτίες της αύξησης βάρους είναι πολύπλευρες και περιλαμβάνουν τη διατροφή, τον τρόπο ζωής και γενετικούς παράγοντες. Το μικροβίωμα του εντέρου - η κοινότητα μικροβίων που φιλοξενούνται στο πεπτικό σύστημα - είναι επίσης ένας σημαντικός παράγοντας που επηρεάζει το βάρος. Ωστόσο, μέχρι σήμερα, οι γνώσεις μας σχετικά με τη σχέση μεταξύ της παχυσαρκίας και των μικροβίων που ζουν στο στόμα, το δεύτερο μεγαλύτερο μικροβιακό οικοσύστημα του σώματος, ήταν περιορισμένες.

Σε μια προσπάθεια να διερευνήσουν τον ρόλο των στοματικών μικροβίων, επιστήμονες από το New York University Abu Dhabi στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα πραγματοποίησαν αλληλούχηση του DNA των μικροβίων από δείγματα σάλιου 628 ενηλίκων, εκ των οποίων οι 97 ήταν παχύσαρκοι. Τα αποτελέσματα συγκρίθηκαν με αυτά 95 συμμετεχόντων με φυσιολογικό βάρος, οι οποίοι είχαν επιλεγεί με βάση την ηλικία, τον τρόπο ζωής και τις συνήθειες στοματικής υγιεινής προκειμένου να διασφαλιστεί η εγκυρότητα των συμπερασμάτων.

Η σύγκριση ανέδειξε ότι τα άτομα με παχυσαρκία παρουσιάζουν αυξημένη παρουσία βακτηρίων που προκαλούν φλεγμονή, όπως το Streptococcus parasanguinis. Επιπλέον, παρατηρήθηκε αύξηση του αριθμού των μικροβίων που παράγουν γαλακτικό οξύ. Τα υψηλά επίπεδα γαλακτικού οξέος συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη τύπου 2 και διαταραχές του μεταβολισμού.

Πέρα από τους τύπους των βακτηρίων, οι ερευνητές εντόπισαν 94 αξιοσημείωτες διαφορές στον τρόπο λειτουργίας τους. Για παράδειγμα, στην ομάδα με την παχυσαρκία, τα βακτήρια εμφάνιζαν αυξημένη δραστηριότητα στην αποδόμηση σακχάρων και πρωτεϊνών, μια διαδικασία που μπορεί να οδηγήσει σε προβλήματα υγείας. Αυτές οι μεταβολικές διαφορές είχαν ως αποτέλεσμα και υψηλότερα επίπεδα χημικών ουσιών, όπως η ουριδίνη και η ουρακίλη, οι οποίες ενδέχεται να λειτουργούν ως σήματα που ενισχύουν την όρεξη. Επιπλέον, τα συγκεκριμένα βακτήρια είχαν μειωμένη ικανότητα παραγωγής βασικών θρεπτικών συστατικών για τη διατήρηση της υγείας.

Όπως επισημαίνουν οι ερευνητές, παραμένει άγνωστο εάν οι μικροβιακές διαφορές αποτελούν την αιτία ή το αποτέλεσμα της παχυσαρκίας. Ωστόσο, η παρουσία τους θα μπορούσε να αποδειχθεί ένα ισχυρό εργαλείο έγκαιρης ανίχνευσης.

Όπως χαρακτηριστικά ανέφεραν οι ερευνητές, «Αυτά τα ευρήματα αποκαλύπτουν μηχανιστικές αλλαγές στο στοματικό μικροβίωμα και στα μεταβολικά προϊόντα, υποδεικνύοντας τις αλληλεπιδράσεις μικροβιώματος-ξενιστή ως νέους στόχους για την πρόληψη και την παρέμβαση στην παχυσαρκία».

Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι στο μέλλον, μια απλή εξέταση στοματικού διαλύματος θα μπορούσε να αξιοποιηθεί για τον εντοπισμό κινδύνων πριν αυτοί οδηγήσουν σε αύξηση του σωματικού βάρους. Σε περίπτωση που τα μικρόβια είναι η πρωταρχική αιτία, θα μπορούσαν να αναπτυχθούν νέες θεραπείες με στόχο τη βελτίωση του στοματικού οικοσυστήματος και την πρόληψη της παχυσαρκίας.