Ελπίδα για τη Νόσο του Crohn: Εξέταση αίματος προβλέπει την εμφάνισή της!
Η νόσος του Crohn, μια χρόνια φλεγμονώδης πάθηση του γαστρεντερικού σωλήνα, ταλαιπωρεί πολλούς ανθρώπους, προκαλώντας επίμονα συμπτώματα, πόνο και κόπωση, επηρεάζοντας δραματικά την ποιότητα ζωής τους. Δυστυχώς, η συχνότητά της στα παιδιά έχει διπλασιαστεί από το 1995 και τα ποσοστά συνεχίζουν να αυξάνονται.
Μια νέα έρευνα, ωστόσο, φέρνει αισιόδοξα μηνύματα, καθώς ανακάλυψε ότι μια απλή εξέταση αίματος μπορεί να προβλέψει τη νόσο του Crohn χρόνια πριν την εμφάνιση των συμπτωμάτων. Αυτό ανοίγει τον δρόμο για την έγκαιρη διάγνωση και, ενδεχομένως, την πρόληψη της ασθένειας.
Ο αιματολογικός έλεγχος μετρά την ανοσολογική απόκριση του οργανισμού στη φλαγκελίνη, μια πρωτεΐνη που υπάρχει στα βακτήρια του εντέρου. Η έρευνα, με επικεφαλής τον δρα Κεν Κροϊτόρου, κλινικό επιστήμονα στο Lunenfeld-Tanenbaum Research Institute του καναδικού υγειονομικού συστήματος Sinai Health, έδειξε ότι αυτή η αντίδραση είναι αυξημένη σε άτομα πολύ πριν αναπτύξουν τη νόσο του Crohn.
Τα ευρήματα της έρευνας, που δημοσιεύτηκαν στο έγκριτο περιοδικό «Clinical Gastroenterology and Hepatology», υπογραμμίζουν τη σημαντική αλληλεπίδραση μεταξύ των βακτηρίων του εντέρου και των αντιδράσεων του ανοσοποιητικού συστήματος, η οποία φαίνεται να αποτελεί ένα κρίσιμο βήμα για την ανάπτυξη της νόσου του Crohn.
Όπως επισημαίνεται, η παρουσία αντισωμάτων φλαγκελίνης πολύ πριν εμφανιστούν οποιαδήποτε συμπτώματα της νόσου υποδηλώνει ότι αυτή η ανοσολογική αντίδραση μπορεί να συμβάλει στην ενεργοποίηση της εμφάνισης της νόσου και όχι να είναι απλώς μια συνέπεια αυτής. Η εμβάθυνση της κατανόησης αυτής της πρώιμης διαδικασίας θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέες και αποτελεσματικές προσεγγίσεις για την πρόγνωση, την πρόληψη και τη θεραπεία της νόσου.
Η έρευνα αποτελεί μέρος του φιλόδοξου έργου «Genetic, Environmental and Microbial Project» (GEM), μιας παγκόσμιας προσπάθειας με τη συμμετοχή πάνω από 5.000 υγιών συγγενών πρώτου βαθμού ατόμων με νόσο του Crohn, υπό την καθοδήγηση του δρα Κροϊτόρου. Από το 2008, το πρόγραμμα συλλέγει μεθοδικά γενετικά, βιολογικά και περιβαλλοντικά δεδομένα, με στόχο την καλύτερη κατανόηση του τρόπου ανάπτυξης της νόσου.