Η γενιά του «δελτίου στη ζάχαρη»: Αποκαλύπτεται η ασπίδα υγείας
Από το 1940 έως το 1953, ολόκληρη μια γενιά στο Ηνωμένο Βασίλειο βίωσε υπό το «δελτίο στη ζάχαρη» — μόλις τρεις κουταλιές σούπας (40 γρ.) ημερησίως για ενηλίκους, λιγότερο από μία για παιδιά, μηδέν για βρέφη. Τον Φεβρουάριο του 1953 άρχισε η άρση: σταμάτησε ο περιορισμός στα γλυκά και τη σοκολάτα, τον Σεπτέμβριο απελευθερώθηκε πλήρως η κατανάλωση, και μέσα στο 1954 η μέση κατανάλωση είχε σχεδόν διπλασιαστεί. Αυτό το «φρένο που λύθηκε» δημιούργησε ένα σπάνιο φυσικό πείραμα: έγκυοι που μείωσαν τη ζάχαρη στο ελάχιστο, και παιδιά που γεννήθηκαν αμέσως μετά, σε κόσμο γεμάτο γλυκό.
Η δρ Ταντέγια Γκράκνερ από το Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνιας, χρησιμοποιώντας δεδομένα της UK Biobank, συγκρίνε آلاف ατόμων που γεννήθηκαν λίγο πριν και λίγο μετά την άρση. «Κάποια από αυτά τα άτομα εκτέθηκαν στον περιορισμό της ζάχαρης μόνο όσο βρίσκονταν στη μήτρα. Άλλα έζησαν τον περιορισμό για μήνες ή και για χρόνια, ενώ υπήρχαν και άτομα που δεν εκτέθηκαν καθόλου», εξήγησε στο ΒΗΜΑ-Science. Τα αποτελέσματα, δημοσιευμένα στο Science, είναι εντυπωσιακά: 35% μικρότερος κίνδυνος διαβήτη τύπου 2, 20% μικρότερος κίνδυνος υπέρτασης, διάγνωση που καθυστερεί κατά τέσσερα έτη για τον διαβήτη και δύο για την υπέρταση — με τα οφέλη να αυξάνονται όσο περισσότερο διαρκούσε η χαμηλή κατανάλωση μετά τη γέννηση.
Νέες αναλύσεις της ίδιας βιοτράπεζας, δημοσιευμένες τον Ιούλιο στο Nature Communications, έδειξαν ότι ο περιορισμός επιβραδύνει τη γήρανση: όσοι ζήσαν τα πρώτα χρόνια τους με δελτίο είχαν μικρότερη συχνότητα γηραικών νοσημάτων και βιολογική ηλικία τουλάχιστον ένα έτος νεότερη. Στον εγκέφαλο, η «ασπίδα» φαίνεται ακόμη ισχυρότερη: ερευνητές του Πανεπιστημίου του Σάρεϊ, με επικεφαλής την καθηγήτρια Νοφάρ Γκάιφμαν, ανέφεραν τον Αύγουστο στο Translational Psychiatry ότι ο κίνδυνος αγχώδους διαταραχής μειώθηκε κατά 33%. «Παρότι μετά την άρση του περιορισμού η κατανάλωση ζάχαρης αυτών των ανθρώπων αυξήθηκε, φαίνεται ότι η διατροφή στην αρχή της ζωής έχει μακροπρόθεσμη συσχέτιση με την ψυχική υγεία. Παρατηρήσαμε παράλληλα σε κάποια άτομα που είχαν εκτεθεί στον περιορισμό στη ζάχαρη κατά τα πρώτα χρόνια τους ότι δεν είχαν μεγάλη αγάπη για τα γλυκά κατά την ενήλικη ζωή τους», τόνισε η καθηγήτρια Γκάιφμαν.
Τι σημαίνουν αυτά για σήμερα; Η δρ Γκράκνερ διευκρίνισε: «Τα ευρήματά μας ενισχύουν την άποψη ότι η πρόσθετη ζάχαρη πρέπει να ελαχιστοποιείται κατά την εγκυμοσύνη και στα πρώτα χρόνια ζωής του παιδιού — ωστόσο η μελέτη μας δεν σχεδιάστηκε ώστε να θέσει ένα συγκεκριμένο ασφαλές ανώτατο όριο». Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας συστήνει ελεύθερα σάκχαρα κάτω του 10% των ημερήσιων θερμίδων (προτιμότερα <5%), η Αμερικανική Καρδιολογική Εταιρεία μηδέν πρόσθετη ζάχαρη κάτω των δύο ετών και μέχρι 25 γρ. (έξι κουταλάκια) για τα 2–18 ετών. Το βρετανικό πείραμα λειτούργησε, ουσιαστικά, ως προειδοποίηση: ο περιορισμός δεν ήταν أبολυση, και αυτό τον διαφοροποιεί από λιμούς όπως ο Ολλανδικός, όπου η έλλειψη θρεπτικών είχε αρνητικές επιδράσεις.
Οι μηχανισμοί παραμένουν άγνωστοι. «Δεν έχουμε ταυτοποιήσει ακόμη τους ακριβείς μηχανισμούς. Ο περιορισμός της ζάχαρης στην αρχή της ζωής πιθανώς επηρεάζει τον μεταβολισμό, τη συσσώρευση λίπους, τη μακροπρόθεσμη προτίμηση για γλυκές τροφές αλλά και τις διά βίου διατροφικές συνήθειες, με βιολογικά και συμπεριφορικά μονοπάτια πιθανώς να συνεργάζονται», είπε η δρ Γκράκνερ, προσθέτοντας ότι νέα μελέτη υπό δημοσίευση δείχνει καταστολή γονιδιακής προδιάθεσης για υψηλότερο σωματικό βάρος και σπλαχνικό λίπος. Για την ψυχική υγεία, η καθηγήτρια Γκάιφμαν υπογράμμισε: «Οι μέχρι στιγμής μελέτες δεν μπορούν να προσδιορίσουν τους μηχανισμούς επίδρασης στην ψυχική υγεία λόγω της φύσης τους. Υποθέτουμε πάντως ότι ο περιορισμός της ζάχαρης μετά τη σύλληψη και ως τα δύο πρώτα έτη της ζωής επηρεάζει τη νευρωνική ανάπτυξη του εγκεφάλου… Ισως τελικά υπάρχει μια αλυσίδα επιδράσεων – από την κατανάλωση ζάχαρης σε αλλαγές στη δομή του εγκεφάλου και από εκεί σε αλλαγές στη ρύθμιση της γλυκόζης – προς το παρόν ωστόσο όλα αυτά είναι υποθέσεις». Η έρευνα συνεχίζεται αμείωτη.