Προσωρινό «δωράκι» Τραμπ σε Πούτιν: Αίρει τις κυρώσεις στο ρωσικό πετρέλαιο για να πέσουν οι τιμές

Τι αλλάζει στην παγκόσμια ενέργεια: Οι ΗΠΑ απελευθερώνουν το δεσμευμένο ρωσικό πετρέλαιο

Κόσμος
Δημοσιεύθηκε  · 4 λεπτά ανάγνωση

Σε μια στρατηγική κίνηση που αλλάζει τα δεδομένα στην παγκόσμια αγορά ενέργειας, οι Ηνωμένες Πολιτείες αποφάσισαν την προσωρινή άρση των κυρώσεων για το ρωσικό πετρέλαιο που παραμένει εγκλωβισμένο στη θάλασσα. Η απόφαση αυτή της κυβέρνησης Τραμπ έρχεται ως απάντηση στην εκρηκτική άνοδο των τιμών και την έντονη ανησυχία για την επάρκεια των αποθεμάτων, καθώς η πολεμική σύρραξη στη Μέση Ανατολή κλιμακώνεται επικίνδυνα.

Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, ανακοίνωσε αργά την Πέμπτη μια «προσωρινή άδεια», η οποία δίνει το πράσινο φως σε διάφορες χώρες να αγοράσουν το ρωσικό αργό που βρίσκεται ακινητοποιημένο σε δεξαμενόπλοια. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο Τραμπ «εργάζεται για να διατηρήσει τις τιμές χαμηλές». Ο Μπέσεντ έσπευσε να διευκρινίσει τη φύση αυτής της κίνησης, τονίζοντας: «Αυτό το περιορισμένα προσαρμοσμένο, βραχυπρόθεσμο μέτρο ισχύει μόνο για το πετρέλαιο που βρίσκεται ήδη σε διαμετακόμιση και δεν θα προσφέρει σημαντικό οικονομικό όφελος στη ρωσική κυβέρνηση, η οποία αντλεί το μεγαλύτερο μέρος των ενεργειακών της εσόδων από φόρους που επιβάλλονται στο σημείο εξόρυξης».

Η κατάσταση στις διεθνείς αγορές παραμένει οριακή, με την τιμή του αργού πετρελαίου Brent να ξεπερνά τα 100 δολάρια ανά βαρέλι, καταγράφοντας θεαματική άνοδο από τα 60 δολάρια που βρισκόταν στις αρχές του 2026. Η κρίση στη Μέση Ανατολή έχει οδηγήσει σε σχεδόν ολοκληρωτικό κλείσιμο των στενών του Ορμούζ, μιας ζωτικής σημασίας αρτηρίας από την οποία διέρχεται τουλάχιστον το 1/5 της παγκόσμιας διακίνησης πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Παρά τις δεσμεύσεις της Ουάσινγκτον για συνοδεία πλοίων μέσω των στενών, η εμπορική δραστηριότητα δεν έχει ανακάμψει. Το ιρανικό καθεστώς τηρεί σκληρή στάση, δηλώνοντας ότι δεν θα επιτρέψει την εξαγωγή «ούτε ενός λίτρου πετρελαίου» από την περιοχή, όσο συνεχίζονται οι στρατιωτικές επιχειρήσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ. Μάλιστα, πληροφορίες των New York Times, που επικαλούνται Αμερικανούς αξιωματούχους, αναφέρουν ότι το Ιράν ξεκίνησε την τοποθέτηση ναρκών στα στενά του Ορμούζ την Πέμπτη.

Η κίνηση αυτή ακολουθεί την πρόσφατη άδεια που δόθηκε σε ινδικά διυλιστήρια για αγορά ρωσικού πετρελαίου, παρά τους προηγούμενους ισχυρισμούς του Τραμπ ότι η Ινδία είχε συμφωνήσει να σταματήσει τις αγορές. Τότε, ο Αμερικανός πρόεδρος υποστήριζε ότι μια τέτοια αλλαγή θα «βοηθούσε στον ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ στην Ουκρανία» στερώντας πόρους από τη Μόσχα.

Η Ρωσία, από την πλευρά της, εμφανίζεται δικαιωμένη. Ο οικονομικός απεσταλμένος Κίριλ Ντμίτριεφ ανέφερε στο Telegram ότι η άρση των κυρώσεων ήταν «ολοένα και πιο αναπόφευκτο» γεγονός, προσθέτοντας ότι οι ΗΠΑ «ουσιαστικά αναγνωρίζουν το προφανές: χωρίς το ρωσικό πετρέλαιο, η παγκόσμια αγορά ενέργειας δεν μπορεί να παραμείνει σταθερή». Ωστόσο, οι αντιδράσεις από τους συμμάχους είναι έντονες, με τον Εμανουέλ Μακρόν να δηλώνει πως η παράλυση των στενών «σε καμία περίπτωση» δεν δικαιολογεί την υποχώρηση απέναντι στη Ρωσία.

Σε αυτό το εκρηκτικό σκηνικό, ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας προχώρησε στη μεγαλύτερη αποδέσμευση αποθεμάτων στην ιστορία του, ρίχνοντας στην αγορά 400 εκατομμύρια βαρέλια. Παρ' όλα αυτά, οι φόβοι για τιμές που μπορεί να αγγίξουν τα 200 δολάρια εντείνονται, καθώς οι συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή επισκιάζουν κάθε προσπάθεια σταθεροποίησης.

Ο ίδιος ο Τραμπ προσπάθησε να καθησυχάσει την κοινή γνώμη, υπογραμμίζοντας ότι «Οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι μακράν ο μεγαλύτερος παραγωγός πετρελαίου στον κόσμο, οπότε όταν οι τιμές του πετρελαίου ανεβαίνουν, βγάζουμε πολλά χρήματα». Παράλληλα, έθεσε τις προτεραιότητές του δηλώνοντας: «ΑΛΛΑ, πολύ μεγαλύτερου ενδιαφέροντος και σημασίας για μένα, ως Πρόεδρο, είναι να εμποδίσουμε [sic] μια κακή Αυτοκρατορία, το Ιράν, από το να αποκτήσει πυρηνικά όπλα και να καταστρέψει τη Μέση Ανατολή και, μάλιστα, τον κόσμο. Δεν θα αφήσω ποτέ να συμβεί αυτό!».

Καθώς οι ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου πλησιάζουν, το κόστος των καυσίμων μετατρέπεται σε κρίσιμο πολιτικό στοίχημα για τους Ρεπουμπλικάνους, που προσπαθούν να διατηρήσουν τον έλεγχο στο Κογκρέσο.