Τέλος στο κρυφτό με την εφορία: Το ψηφιακό δίχτυ που σαρώνει λογαριασμούς
Η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) αναβαθμίζει τη στρατηγική της κατά της φοροδιαφυγής, θέτοντας σε πλήρη ισχύ το εξελιγμένο σύστημα BANCAPP. Πρόκειται για το Bank Account Nexus Crosscheck Application, έναν πανίσχυρο ψηφιακό «κόμβο» που επιτρέπει στις ελεγκτικές αρχές να έχουν άμεση και αυτοματοποιημένη πρόσβαση στο οικονομικό προφίλ κάθε φορολογουμένου.
Η μεγάλη αλλαγή έγκειται στην επέκταση του ελέγχου πέρα από τις παραδοσιακές τράπεζες. Πλέον, στο στόχαστρο μπαίνουν υποκαταστήματα αλλοδαπών τραπεζών, ιδρύματα πληρωμών και εταιρείες ηλεκτρονικού χρήματος (fintech) που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα, ακόμα και αν δεν διαθέτουν φυσική εγκατάσταση στη χώρα. Αυτό σημαίνει πως το ψηφιακό «ίχνος» σε ηλεκτρονικά πορτοφόλια και εφαρμογές πληρωμών δεν μένει πια στο σκοτάδι, καθώς όλα τα στοιχεία διαβιβάζονται αυτόματα στις αρχές.
Η διαδικασία γίνεται πλέον ταχύτερη, αφού ένα και μόνο αίτημα ενός ελεγκτή «επιστρέφει» συγκεντρωτικά αποτελέσματα από όλα τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Έτσι, εξαλείφονται οι καθυστερήσεις και οι γραφειοκρατικές αγκυλώσεις που επέτρεπαν σε ορισμένους να κρύβουν την πραγματική τους οικονομική κατάσταση. Η ΑΑΔΕ εστιάζει ιδιαίτερα στις περιπτώσεις προσαύξησης περιουσίας, όπου οι δαπάνες και οι καταθέσεις δεν δικαιολογούνται από τα δηλωθέντα εισοδήματα.
Τα παραδείγματα που εξετάζουν οι αρχές είναι χαρακτηριστικά. Αν ένας φορολογούμενος δηλώνει ετήσιο εισόδημα 12.000 ευρώ, αλλά οι κινήσεις στους λογαριασμούς του αγγίζουν τις 60.000 ευρώ, θα κληθεί άμεσα να δώσει εξηγήσεις. Αν δεν αποδειχθεί ότι τα χρήματα προέρχονται από νόμιμες πηγές, όπως αποταμιεύσεις, πώληση περιουσιακού στοιχείου, δάνειο ή γονική παροχή, τότε η διαφορά μπορεί να αντιμετωπιστεί ως προσαύξηση περιουσίας. Αντίστοιχα, για τους επαγγελματίες, οι εισπράξεις μέσω POS και transfers συγκρίνονται με τον δηλωθέντα τζίρο. Μια περίπτωση όπου ο τζίρος δεν «δένει» με τα στοιχεία, όπως για παράδειγμα 30.000 ευρώ δηλωθέντα έσοδα έναντι 45.000 ευρώ πιστώσεων, εντοπίζεται πλέον άμεσα, χωρίς να μένουν «εκτός κάδρου» κινήσεις εκτός του παραδοσιακού τραπεζικού συστήματος.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις «επικαλυπτόμενες ελεγχόμενες περιόδους», ώστε να μην υπάρχει σύγχυση ή διπλά αιτήματα όταν διαφορετικές υπηρεσίες ζητούν στοιχεία για κοινά έτη. Η «επικάλυψη» αυτή εξορθολογίζεται, επιτρέποντας στην ΑΑΔΕ να αναζητήσει τη «διαδρομή» των κεφαλαίων για μεγάλες δαπάνες ή επενδύσεις με απόλυτη ακρίβεια, αποκαλύπτοντας από πού προήλθαν τα χρήματα και μέσω ποιων ιδρυμάτων διακινήθηκαν.