Συναγερμός στην κυβέρνηση για τον πληθωρισμό - Τα σχέδια για τη συγκράτησή του

Πληθωρισμός πάνω από 5%: Τα τρία μέτρα που ετοιμάζει η κυβέρνηση

Οικονομία
Δημοσιεύθηκε  · 4 λεπτά ανάγνωση

Σε κατάσταση αυξημένης επιφυλακής βρίσκεται το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης μετά τα στοιχεία που έδειξαν ότι ο εναρμονισμένος δείκτης τιμών καταναλωτή σκαρφαλώννει πάνω από το 5%. Η αύξηση ήταν αναμενόμενη, όχι όμως σε αυτό το μέγεθος. Η επιτάχυνση αιφνιδίασε αρνητικά τα αρμόδια υπουργεία και ανατρέπει τους υπολογισμούς για το υπόλοιπο της χρονιάς.

Ενδεικτικό της αλλαγής κλίματος είναι ότι στο προσχέδιο του προϋπολογισμού, το οποίο κατατίθεται αύριο στη Βουλή, ο πήχης για τον φετινό πληθωρισμό αναθεωρείται προς τα πάνω: τοποθετείται πλέον κάπου ανάμεσα στο 3,6% και στο 3,8%. Η πρόβλεψη διαμορφώθηκε πριν από την τελευταία "έκρηξη" του δείκτη. Αρμόδιοι παράγοντες παραδέχονται ότι ακόμη και ο αναθεωρημένος στόχος κινδυνεύει να αποδειχθεί συντηρητικός.

Η κυρίαρχη ανάγνωση στο οικονομικό επιτελείο είναι ότι πρόκειται για "ενεργειακό πληθωρισμό". Η άνοδος τροφοδοτείται κυρίως από τα καύσιμα και το ηλεκτρικό ρεύμα, και όχι από μια γενικευμένη πίεση στη ζήτηση. Η διάγνωση αφήνει περιθώριο αισιοδοξίας: αν εκτονωθούν οι ενεργειακές τιμές, αποκλιμακώνεται και ο δείκτης.

Τα ίδια στελέχη, όμως, δεν κρύβουν τον προβληματισμό τους για το ενδεχόμενο γενίκευσης του κύματος ανατιμήσεων. Η ενέργεια αποτελεί κόστος για κάθε στάδιο παραγωγής και διανομής. Όσο περισσότερο διαρκεί η πίεση, τόσο μεγαλύτερη η πιθανότητα να περάσει στις τιμές βασικών αγαθών και υπηρεσιών. Τότε ο πληθωρισμός κινδυνεύει να "εγκατασταθεί" στην οικονομία.

Οι πρώτες ενδείξεις ήδη υπάρχουν. Προειδοποιήσεις για επερχόμενες ανατιμήσεις έρχονται από βασικούς βιομηχανικούς κλάδους, με κεντρικό αυτόν της γαλακτοβιομηχανίας. Ο κλάδος επικαλείται το αυξημένο ενεργειακό και μεταφορικό κόστος, καθώς και τις πιέσεις στις πρώτες ύλες. Η εξέλιξη αυτή ανησυχεί ιδιαίτερα την κυβέρνηση, καθώς τα γαλακτοκομικά είναι προϊόντα καθημερινής κατανάλωσης με μεγάλο βάρος στο καλάθι των νοικοκυριών.

Τα πρώτα σημάδια του Οκτωβρίου δεν επιτρέπουν εφησυχασμό. Η τιμή της αμόλυβδης παραμένει στα ύψη. Η αυξημένη επιδότηση στο πετρέλαιο κίνησης δεν έχει κάνει τη διαφορά που αναμενόταν στην αντλία. Παράλληλα, οι μεγάλες αυξήσεις που ανακοίνωσαν οι πάροχοι ηλεκτρικής ενέργειας στα πράσινα τιμολόγια αναμένονται να "στοιχίσουν" στον δείκτη τον Οκτώβριο. Έτσι, η ενεργειακή συνιστώσα θα παραμείνει σε υψηλά επίπεδα.

Με αυτά τα δεδομένα, το οικονομικό επιτελείο επεξεργάζεται μια σειρά παρεμβάσεων, με στόχο να συγκρατηθεί το επίπεδο των τιμών και να περιοριστεί η πίεση στα νοικοκυριά ενόψει του χειμώνα.

Πρώτη παρέμβαση είναι η οριζόντια επιδότηση στο πετρέλαιο θέρμανσης. Στόχος είναι να συγκρατηθεί η τιμή στα 1,7 ευρώ το λίτρο, ώστε να μην εκτιναχθεί το κόστος θέρμανσης με την έναρξη της περιόδου διάθεσης. Το μέτρο, ωστόσο, δεν αναμένεται να φέρει ελάφρυνση στον πληθωρισμό. Η τιμή των 1,7 ευρώ είναι ήδη αυτή που λαμβάνεται υπόψη σήμερα για τον υπολογισμό του δείκτη τιμών καταναλωτή. Η επιδότηση λειτουργεί ως "ανάχωμα" απέναντι σε νέα άνοδο και όχι ως παράγοντας αποκλιμάκωσης του δείκτη.

Δεύτερον, προωθείται παράταση των μειωμένων τιμών στα σούπερ μάρκετ. Βρίσκονται σε εξέλιξη διαπραγματεύσεις με την αγορά, ώστε το μέτρο να διαρκέσει μέχρι το τέλος του έτους. Η κυβέρνηση θεωρεί κρίσιμη τη διατήρησή του σε μια περίοδο κατά την οποία βιομηχανικοί κλάδοι, με πρώτη τη γαλακτοβιομηχανία, προαναγγέλλουν ανατιμήσεις.

Τρίτον, το οικονομικό επιτελείο επιδιώκει να δημιουργήσει ένα "χριστουγεννιάτικο καλάθι" σε χαμηλές τιμές. Προϊόντα με αυξημένο όγκο πωλήσεων κατά τις εορτές των Χριστουγέννων θα διατίθενται σε χαμηλές τιμές. Με τον τρόπο αυτό, η κυβέρνηση θέλει να "θωρακίσει" την περίοδο της υψηλότερης καταναλωτικής δαπάνης της χρονιάς. Παράλληλα, στοχεύει να αποτρέψει ένα εορταστικό κύμα ανατιμήσεων που θα επιβάρυνε περαιτέρω τον δείκτη στο κρίσιμο τελευταίο τρίμηνο.

Το μεγαλύτερο ερωτηματικό αφορά το τελευταίο τρίμηνο της χρονιάς. Αν ο πληθωρισμός παραμείνει αυξημένος μέχρι τον Δεκέμβριο, δεν αποκλείεται πλέον ο μέσος ετήσιος δείκτης να φτάσει και το 4%. Ένα τέτοιο σενάριο θα είχε διπλό κόστος.

Πρώτον, για τους περισσότερους πολίτες θα σήμαινε απώλεια εισοδήματος σε πραγματικούς όρους, καθώς οι αυξήσεις σε μισθούς και εισοδήματα δεν θα αρκούσαν για να καλύψουν την άνοδο του κόστους ζωής.

Δεύτερον, θα δημιουργούσε για το κράτος υποχρέωση να δώσει μεγαλύτερες αυξήσεις στους συνταξιούχους. Η ετήσια αναπροσαρμογή των συντάξεων συνδέεται με την πορεία του πληθωρισμού και της ανάπτυξης. Αυτή τη στιγμή, το κυρίαρχο σενάριο προβλέπει αύξηση 2,8% από την αρχή του νέου έτους. Ένας υψηλότερος μέσος πληθωρισμός θα ανέβαζε το ποσοστό αυτό, με αντίστοιχη επιβάρυνση για τον προϋπολογισμό.

Έτσι, το οικονομικό επιτελείο καλείται να κινηθεί σε τεντωμένο σχοινί. Από τη μία, πρέπει να ανακόψει την ανοδική πορεία των τιμών πριν αυτή γενικευτεί. Από την άλλη, πρέπει να διαχειριστεί τις δημοσιονομικές συνέπειες ενός πληθωρισμού που αποδεικνύεται πιο επίμονος απ' ό,τι υπολόγιζε μέχρι πριν από λίγες εβδομάδες.