Συμφωνία ΕΕ-Mercosur: Τι φέρνει στην Ευρώπη και ποιες αντιδράσεις προκαλεί;
Η συμφωνία ΕΕ-Mercosur, μια εμπορική συμφωνία ελεύθερου εμπορίου μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των χωρών της Mercosur (Βραζιλία, Αργεντινή, Ουρουγουάη και Παραγουάη), έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις, κυρίως από Ευρωπαίους αγρότες που διαμαρτύρονται σε πόλεις όπως το Παρίσι και οι Βρυξέλλες.
Μετά από 26 χρόνια διαπραγματεύσεων, η ΕΕ έδωσε το «πράσινο φως» με την επίτευξη «ειδικής πλειοψηφίας» (τουλάχιστον 15 χώρες που αντιπροσωπεύουν το 65% του ευρωπαϊκού πληθυσμού).
Αρκετά κράτη μέλη και αγρότες αντιδρούν στη συμφωνία, φοβούμενοι ότι θα διαταράξει την ευρωπαϊκή γεωργία με την εισαγωγή φθηνών προϊόντων που δεν συμμορφώνονται απαραίτητα με τα περιβαλλοντικά πρότυπα της ΕΕ, λόγω ανεπαρκών ελέγχων.
Η συμφωνία αυτή στοχεύει στην άρση δασμών και στο άνοιγμα των αγορών μεταξύ των δύο περιοχών, ενώ δίνει έμφαση στην προστασία γεωγραφικών ενδείξεων, τη βιώσιμη ανάπτυξη, το περιβάλλον και την εργασία.
Η Mercosur υπόσχεται να καταργήσει σε 15 χρόνια τους δασμούς στο 91% των εξαγωγών της ΕΕ προς τις χώρες της Νότιας Αμερικής, συμπεριλαμβανομένων των δασμών στα αυτοκίνητα. Η ΕΕ, από την πλευρά της, έχει υποσχεθεί να καταργήσει σταδιακά τους δασμούς στο 92% των εξαγωγών της Mercosur σε διάστημα έως και 10 ετών.
Επιπλέον, η συμφωνία καταργεί τους δασμούς στα γεωργικά προϊόντα της ΕΕ, όπως οι δασμοί ύψους 17% στα κρασιά και 20% με 35% σε οινοπνευματώδη ποτά. Για τα γεωργικά προϊόντα που παράγονται και στην ΕΕ, η Κομισιόν επιδιώκει να προσφέρει αυξημένες ποσοστώσεις πριν επιβληθούν δασμοί στις αντίστοιχες εισαγωγές.
Με τη συμφωνία, θα εισάγονταν με ευνοϊκό καθεστώς στην Ευρώπη επιπλέον 99.000 μετρικοί τόνοι βοδινού κρέατος, ποσότητα που αντιπροσωπεύει το 1,6% της κατανάλωσης βοδινού κρέατος στην ΕΕ. Οι χώρες Mercosur θα προσέφεραν στην ΕΕ αδασμολόγητη ποσόστωση για 30.000 τόνους σε τυριά, ενώ θα επιβάλλονταν ακόμη ποσοστώσεις της ΕΕ για πουλερικά, χοιρινό κρέας, ζάχαρη, αιθανόλη, ρύζι, μέλι, καλαμπόκι και γλυκό καλαμπόκι.
Αναμένεται να ενισχυθούν οι ευρωπαϊκές εξαγωγές αυτοκινήτων, μηχανημάτων, κρασιού και τυριού, ενώ θα διευκολυνθεί η εισαγωγή στην Ευρώπη βοείου κρέατος, πουλερικών, ρυζιού, ζάχαρης, μελιού και σόγιας από τη Νότια Αμερική, μέσω ποσοστώσεων αδασμολόγητων προϊόντων. Διαμορφώνεται έτσι μια ζώνη ελεύθερων συναλλαγών με περισσότερους από 700 εκατομμύρια καταναλωτές.
Ένα σημαντικό στοιχείο της συμφωνίας είναι η ενεργειακή και τεχνολογική μετάβαση της Ευρώπης, η οποία φαίνεται να βρίσκεται πίσω από τις προσπάθειες της ΕΕ να ενισχύσει τους δεσμούς της με μια περιοχή πλούσια σε ορυκτά όπως λίθιο, χαλκό, σίδηρο και κοβάλτιο.
Οι υποστηρικτές της συμφωνίας, όπως η Γερμανία και η Ισπανία, υποστηρίζουν ότι θα μπορούσε να τονώσει την ευρωπαϊκή οικονομία απέναντι στον αυξανόμενο κινεζικό ανταγωνισμό και τους αμερικανικούς δασμούς.
Από την άλλη πλευρά, οι επικριτές εκφράζουν φόβους ότι θα διαταράξει την ευρωπαϊκή γεωργία με την είσοδο φθηνότερων προϊόντων που δεν συμμορφώνονται απαραίτητα με τα περιβαλλοντικά πρότυπα της ΕΕ, λόγω ανεπαρκών ελέγχων. Οι αγρότες ανησυχούν ότι τα φθηνότερα αγροτικά προϊόντα από τις χώρες της Mercosur θα δημιουργήσουν αθέμιτο ανταγωνισμό, ενώ οι κτηνοτρόφοι φοβούνται ότι οι αυξημένες εισαγωγές κρέατος θα πιέσουν τις τιμές προς τα κάτω, απειλώντας το εισόδημά τους.
Υπάρχουν επίσης ανησυχίες για την ασφάλεια των τροφίμων, αν και όλα τα προϊόντα που θα εισάγονται στην Ευρώπη θα πρέπει να πληρούν τις ευρωπαϊκές προδιαγραφές.
Η ΕΕ είναι ο 2ος μεγαλύτερος εταίρος της Mercosur στο εμπόριο αγαθών, αντιπροσωπεύοντας σχεδόν το 17% των συνολικών εμπορικών συναλλαγών της Mercosur το 2024. Η Mercosur είναι ο 10ος μεγαλύτερος εταίρος της ΕΕ στο εμπόριο αγαθών.
Το 2024, η αξία των εμπορικών συναλλαγών της ΕΕ με τη Mercosur υπερέβη τα 111 δισ. ευρώ: 55,2 δισ. ευρώ σε εξαγωγές και 56 δισ. ευρώ σε εισαγωγές. Πάνω από το 80% των εμπορικών ροών πραγματοποιήθηκε μεταξύ ΕΕ και Βραζιλίας. Μεταξύ 2014 και 2024, το εμπόριο αγαθών ΕΕ – Mercosur αυξήθηκε κατά περισσότερο από 36%: οι εισαγωγές αυξήθηκαν κατά περισσότερο από 50%, ενώ οι εξαγωγές κατά 25%.
Σε μια προσπάθεια να κατευνάσει τις αντιρρήσεις, η Φον ντερ Λάιεν πρότεινε την αύξηση των πόρων που είναι διαθέσιμοι για τους αγρότες στο πλαίσιο του προϋπολογισμού της ΕΕ για το 2028 – 2034, με επιπλέον 45 δισ. ευρώ για την Κοινή Γεωργική Πολιτική, αρχής γενομένης από το 2028.