Αποκαλύπτεται: Καταδικασμένος τρομοκράτης ISIS ελεύθερος κοντά στο βασιλικό κάστρο
Σάλο προκάλεσε στη Βρετανία η αποκάλυψη ότι ο Μοχάμεντ Γιασίν, καταδικασμένος τρομοκράτης του ISIS με παρελθόν σε αποκεφαλισμούς, λιθοβολισμούς και μαζικές εκτελέσεις στο Ιράκ, βρέθηκε να κυκλοφορεί ελεύθερος στους δρόμους του Ουίνδσορ, σε μικρή απόσταση από το κάστρο του βασιλιά Καρόλου. Ο Ιρακινός, που είχε εισέλθει παράνομα στη χώρα διασχίζοντας τη Μάγχη με μικρή βάρκα, δεν απέλασε εξαιτίας ανησυχιών ότι θα μπορούσε να υποστεί βασανιστήρια ή να εκτελεστεί εάν επέστρεφε στην πατρίδα του.
Σύμφωνα με αποκαλυπτικό δημοσίευμα της Mail on Sunday, ο Γιασίν, για τον οποίο βρετανικό δικαστήριο είχε ακούσει ότι «αποτελεί κίνδυνο για ολόκληρο το Ηνωμένο Βασίλειο», αποφυλακίστηκε την περασμένη εβδομάδα, έχοντας εκτίσει μόλις έξι μήνες από την ποινή φυλάκισης δύο ετών που του επιβλήθηκε για παράνομη είσοδο. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε σε ξενώνα επιτηρούμενων αποφυλακισμένων στο Ουίνδσορ, όπου δημοσιογράφοι της εφημερίδας τον εντόπισαν να πραγματοποιεί αγορές σε κατάστημα της αλυσίδας Co-op, κοντά στη βασιλική κατοικία. Ο ίδιος ο Daily Mail ανέφερε χαρακτηριστικά: "Monster who guarded Isis executions but can't be deported over concerns that HIS life would be in danger is spotted shopping in the King's local Co-op".
Η ιστορία του Γιασίν ξεκινά στη δυτική επαρχία του Ιράκ, στην πόλη Αρ Ρούτμπα, η οποία μετά την αμερικανική εισβολή του 2003 εξελίχθηκε σε προπύργιο της Αλ Κάιντα. Το 2006, σε ηλικία μόλις 16 ετών, εντάχθηκε στο Ισλαμικό Κράτος του Ιράκ, οργάνωση που συνδεόταν με την Αλ Κάιντα και πραγματοποιούσε επιθέσεις εναντίον αμερικανικών δυνάμεων. Επικεφαλής της ήταν ο Αμπού Μουσάμπ αλ Ζαρκάουι, η οργάνωση του οποίου είχε αναλάβει την ευθύνη για τον αποκεφαλισμό δυτικών ομήρων, μεταξύ αυτών και του 62χρονου Βρετανού μηχανικού Κεν Μπίγκλεϊ, το 2004. Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσιάστηκαν στη γερμανική Δικαιοσύνη, ο Γιασίν κατηγορήθηκε ότι είχε τοποθετήσει τουλάχιστον 13 εκρηκτικούς μηχανισμούς στους δρόμους γύρω από την Αρ Ρούτμπα, ενώ συνδέθηκε και με βομβιστικές επιθέσεις στις οποίες σκοτώθηκαν Αμερικανοί στρατιώτες.
Αργότερα εντάχθηκε στο ISIS, όπου ανέλαβε καθήκοντα ένοπλου φρουρού σε δημόσιες εκτελέσεις. Δικαστικά έγγραφα αναφέρουν ότι, κρατώντας ένα Καλάσνικοφ, επέβλεπε το πλήθος που συγκεντρωνόταν για να παρακολουθήσει τις εκτελέσεις. Μεταξύ των περιστατικών που εξετάστηκαν ήταν ο λιθοβολισμός μέχρι θανάτου ενός ζευγαριού που είχε κατηγορηθεί για μοιχεία, καθώς και δύο μαζικές εκτελέσεις στις οποίες, σύμφωνα με τις κατηγορίες, περιλαμβάνονταν παιδιά μεταξύ των θυμάτων. Το 2020 γερμανικό δικαστήριο στο Ντίσελντορφ τον καταδίκασε για συμμετοχή σε ξένη τρομοκρατική οργάνωση, επιβάλλοντας ποινή τεσσάρων ετών και τριών μηνών, ενώ απαλλάχθηκε από άλλες κατηγορίες, μεταξύ των οποίων εκείνη της συνέργειας στο έγκλημα πολέμου της ανθρωποκτονίας.
Ο Γιασίν είχε φτάσει στη Γερμανία το 2015 ζητώντας άσυλο, και οι γερμανικές αρχές δεν γνώριζαν αρχικά το παρελθόν του. Εγκαταστάθηκε στο Μπότροπ, στη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία, όπου εργαζόταν ως κομμωτής, μέχρι να συνελήφθη το 2018 μαζί με τρεις Ιρακινούς. Όταν ολοκληρώθηκε η ποινή του, η Γερμανία επιχείρησε να τον απελάσει στο Ιράκ, ωστόσο δικαστής έκρινε ότι υπήρχε πραγματικός κίνδυνος να υποστεί κακομεταχείριση ή να εκτελεστεί.
Τον Δεκέμβριο του 2025, ο Γιασίν βρέθηκε ανάμεσα σε 80 μετανάστες που εντοπίστηκαν από τις βρετανικές συνοριακές αρχές καθώς διέσχιζαν τη Μάγχη με μικρό σκάφος, χρησιμοποιώντας ψεύτικη ταυτότητα και αποκρύπτοντας το τρομοκρατικό του παρελθόν. Αρχικά φιλοξενήθηκε σε ξενοδοχείο μεταναστών στο Μπέισινγκστοουκ, με δαπάνες του βρετανικού Δημοσίου, μέχρι που βιομετρικοί έλεγχοι αποκάλυψαν την πραγματική του ταυτότητα. Κατά τη δίκη του έγινε γνωστό ότι είχε επιλέξει τη Βρετανία αφού παρακολούθησε βίντεο στο TikTok που παρουσίαζε τη χώρα ως φιλόξενη προς τους αιτούντες άσυλο. Στο δικαστήριο του Γουίντσεστερ, ο εισαγγελέας Στίβεν Μόλοϊ περιέγραψε έναν άνθρωπο με «βαθιά και μακρόχρονη εμπλοκή στην τρομοκρατία και την ισλαμιστική εξτρεμιστική ιδεολογία».
Μετά την αποφυλάκισή του, ο καταδικασμένος τρομοκράτης μεταφέρθηκε στο Ουίνδσορ, όπου του επιβλήθηκε ηλεκτρονική επιτήρηση και υποχρεωτικός περιορισμός στον ξενώνα από τις 6 το απόγευμα μέχρι τις 6 το πρωί. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της ημέρας μπορούσε να κυκλοφορεί στην πόλη, χωρίς να προκύπτει ότι του είχε απαγορευτεί η πρόσβαση στο Μεγάλο Πάρκο του Ουίνδσορ ή στην περιοχή του κάστρου. Η αποκάλυψη προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, καθώς στην ευρύτερη περιοχή κατοικούν μέλη της βασιλικής οικογένειας: ο πρίγκιπας και η πριγκίπισσα της Ουαλίας με τα τρία τους παιδιά στο Forest Lodge, ενώ ο δούκας και η δούκισσα του Εδιμβούργου στο Bagshot Park. Παράλληλα, στο κάστρο του Ουίνδσορ πρόκειται να πραγματοποιηθεί την Πέμπτη 22 Οκτωβρίου επίσημο δείπνο προς τιμήν του σουλτάνου του Ομάν.
Η υπόθεση αναζωπύρωσε τη συζήτηση για τα όρια της μεταναστευτικής πολιτικής και τις υποχρεώσεις της Βρετανίας βάσει των κανόνων προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ο Γιασίν έχει υποβάλει νέο αίτημα παραμονής, αναστέλλοντας την προσπάθεια του υπουργείου Εσωτερικών για απέλαση. Το βρετανικό υπουργείο Εξωτερικών έχει εκφράσει ανησυχίες για κακομεταχείριση σε περίπτωση επιστροφής στο Ιράκ. Νομικοί εκτιμούν ότι οι σχετικές δαπάνες θα μπορούσαν να αγγίξουν τις 500.000 λίρες εάν η υπόθεση φτάσει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ενώ η φιλοξενία και επιτήρησή του ενδέχεται να κοστίζουν έως και 85.000 λίρες ετησίως. Ο σκιώδης υπουργός Εσωτερικών των Συντηρητικών, Κρις Φιλπ, επέκρινε την κατάσταση, ζητώντας την άμεση απέλαση του Γιασίν.
Η υπόθεση είχε νέα εξέλιξη λίγες ώρες αφότου η Mail on Sunday επικοινώνησε με το υπουργείο Εσωτερικών. Σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, οι αρχές αποφάσισαν την επιστροφή του στη φυλακή, καθώς φέρεται να παραβίασε όρους καλής συμπεριφοράς που συνόδευαν την αποφυλάκισή του. Πηγή του υπουργείου Δικαιοσύνης επιβεβαίωσε ότι ο καταδικασμένος τρομοκράτης δεν βρισκόταν πλέον στο Ουίνδσορ, χωρίς να διευκρινιστεί η ακριβής παράβαση. Η επιστροφή του στη φυλακή δεν επιλύει το ζήτημα της απέλασής του, καθώς παραμένει σε εκκρεμότητα η διαδικασία για το αίτημά του να παραμείνει στη Βρετανία.