Ρωσική οικονομία: Τα σημάδια κόπωσης που φέρνουν τον Πούτιν στο τραπέζι
Όταν το 2022 οι δυτικοί ηγέτες επέβαλλαν τις πρώτες κυρώσεις στη Ρωσία, η αυτοπεποίθησή τους ήταν διάχυτη. Ο Τζο Μπάιντεν, τότε πρόεδρος των ΗΠΑ, προέβλεπε με σιγουριά πως «Η ρωσική οικονομία οδεύει προς το να μειωθεί στο μισό», εκτιμώντας πως η Μόσχα θα εξαφανιζόταν από τον χάρτη των ισχυρών οικονομιών. Όμως, η πραγματικότητα διέψευσε τις προσδοκίες. Η ρωσική πολεμική μηχανή όχι μόνο δεν κατέρρευσε, αλλά το 2025 η χώρα αναδείχθηκε στην ένατη μεγαλύτερη οικονομία παγκοσμίως, ξεπερνώντας τον Καναδά και τη Βραζιλία.
Ωστόσο, το 2026 το σκηνικό αλλάζει δραματικά. Σύμφωνα με ανάλυση του Guardian, η ρωσική οικονομία αρχίζει να προσκρούει σε ανυπέρβλητα εμπόδια. Η ανάπτυξη έχει σχεδόν παγώσει, καθώς οι τιμές του πετρελαίου υποχωρούν και οι δημογραφικές πιέσεις γίνονται πλέον αισθητές. Το Κρεμλίνο βρίσκεται αντιμέτωπο με την πιο επισφαλή θέση από την έναρξη του πολέμου, με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο να προβλέπει ισχνή αύξηση μόλις 0,6% για το 2025 και 0,8% για το 2026.
Η πτώση των εσόδων από τα ορυκτά καύσιμα είναι το πιο ανησυχητικό σημάδι. Ενώ το 2022 το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο κάλυπταν το 40% του προϋπολογισμού, το 2025 το μερίδιο αυτό κατρακύλησε στο 25%. Η τιμή του αργού Urals βυθίστηκε από τα 90 δολάρια στα 50, την ώρα που χώρες όπως η Ινδία περιορίζουν τις εισαγωγές τους υπό τον φόβο αμερικανικών δασμών. Ο Ίσαακ Λέβι, αναλυτής του Centre for Research on Energy and Clean Air, τονίζει: «τα έσοδα της Ρωσίας από τις εξαγωγές ορυκτών καυσίμων το 2025 ήταν 13% χαμηλότερα από τα προπολεμικά επίπεδα, πιεσμένα από αυστηρότερες κυρώσεις, τις επιθέσεις με drones της Ουκρανίας σε ενεργειακές υποδομές, τη δυσκολία εξεύρεσης νέων αγορών για το φυσικό αέριο και τις χαμηλότερες διεθνείς τιμές πετρελαίου».
Στο εσωτερικό της χώρας, η πίεση μετακυλίεται στους πολίτες. Ο πληθυσμός συρρικνώνεται σταθερά, από τα 145,5 εκατομμύρια το 2019 στα 143,5 εκατομμύρια το 2024, δημιουργώντας τεράστιες ελλείψεις εργατικού δυναμικού. Ο δρ Μάρεκ Νταμπρόφσκι του Bruegel σημειώνει χαρακτηριστικά: «Η Ρωσία δεν έχει τις προϋποθέσεις για ταχεία ανάπτυξη». Οι αυξήσεις φόρων είναι πλέον η νέα κανονικότητα, με τον ΦΠΑ να σκαρφαλώνει στο 22% το 2026, ξεπερνώντας ακόμα και μεγάλες δυτικές οικονομίες.
Ο οικονομολόγος δρ Βλαντισλάβ Ινοζέμτσεφ υποστηρίζει πως «ακολουθήθηκε μια ανεύθυνη πολιτική από την κεντρική τράπεζα και το υπουργείο Οικονομικών, τα οποία από το 2023 επιχείρησαν να “ψύξουν” την οικονομία για να καταπολεμήσουν τον πληθωρισμό». Με τα επιτόκια στο 21%, οι τράπεζες έχουν περιορίσει δραστικά τον δανεισμό. Η δυσαρέσκεια αποτυπώνεται και στις δημοσκοπήσεις της Gallup, όπου το 39% των Ρώσων θεωρεί πλέον πως η κατάσταση χειροτερεύει.
Παρά τις δυσκολίες, ο Πούτιν φαίνεται να διαθέτει ακόμη εφεδρείες. Όπως εξηγεί ο Ινοζέμτσεφ, «Ο Πούτιν θα ενθαρρύνει την κεντρική τράπεζα να τυπώσει χρήμα, θα συνεχίσει να αυξάνει φόρους, να πουλά κρατική περιουσία και να εθνικοποιεί επιχειρήσεις», κινήσεις που ίσως του επιτρέψουν να χρηματοδοτήσει τον πόλεμο μέχρι το 2027. Ωστόσο, οι πρόσφατες ειρηνευτικές συνομιλίες στο Άμπου Ντάμπι υποδηλώνουν πως η κόπωση της ρωσικής πολεμικής οικονομίας είναι πλέον ένας καθοριστικός παράγοντας στις διεθνείς εξελίξεις.