Χαμενεΐ σε Τραμπ: Ακόμα και ο ισχυρότερος στρατός μπορεί να δεχθεί τέτοια «σφαλιάρα» που δεν θα μπορεί να σηκωθεί

Πυρηνικό θρίλερ στη Γενεύη: Η «σφαλιάρα» του Χαμενεΐ και οι απειλές Τραμπ

Κόσμος
Δημοσιεύθηκε  · 3 λεπτά ανάγνωση

Σε ένα κλίμα ακραίας πόλωσης, η παγκόσμια σκηνή παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα τη διπλωματική σύγκρουση μεταξύ Ιράν και Ηνωμένων Πολιτειών. Ο ανώτατος ηγέτης του Ιράν, Αλί Χαμενεΐ, απευθυνόμενος στον Ντόναλντ Τραμπ, επέλεξε μια εξαιρετικά σκληρή ρητορική. «Ο πρόεδρος των ΗΠΑ λέει ότι ο στρατός τους είναι ο ισχυρότερος στον κόσμο, αλλά ακόμα και ο ισχυρότερος στρατός στον κόσμο μπορεί να δεχθεί τόσο δυνατή 'σφαλιάρα' που δεν θα μπορεί να σηκωθεί», δήλωσε χαρακτηριστικά, στέλνοντας ένα μήνυμα αντίστασης που προκαλεί αίσθηση.

Ο Χαμενεΐ, μιλώντας σε κοινό στην επαρχία του Ανατολικού Αζερμπαϊτζάν, φάνηκε ανένδοτος απέναντι στις πιέσεις της Ουάσιγκτον. «Ούτε εσείς θα μπορέσετε να ανατρέψετε την Ισλαμική Δημοκρατία», πρόσθεσε, υποστηρίζοντας πως οι ΗΠΑ καλούν την Τεχεράνη στο τραπέζι των συνομιλιών μόνο και μόνο για να «μην αποκτήσει η Τεχεράνη πυρηνική ικανότητα ως αποτέλεσμα των συνομιλιών». Για τον ίδιο, η αμερικανική προσέγγιση είναι «ανόητη», ειδικά όταν το αποτέλεσμα των επαφών μοιάζει προκαθορισμένο από τη μία πλευρά. «Εάν πρόκειται να πραγματοποιηθούν διαπραγματεύσεις, είναι λάθος και ανόητο να καθορίζεται εκ των προτέρων το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων», τόνισε, αμφισβητώντας τις προθέσεις των Αμερικανών αξιωματούχων.

Από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, ο Ντόναλντ Τραμπ δεν άφησε τις προκλήσεις αναπάντητες. Ο Αμερικανός πρόεδρος κατέστησε σαφές ότι η υπομονή του έχει όρια, υπενθυμίζοντας την πρόσφατη χρήση των βομβαρδιστικών B-2. «Δεν νομίζω ότι θέλουν να υποστούν τις συνέπειες που θα είχε το να μην κλείσουν συμφωνία», ανέφερε σε δημοσιογράφους, προσθέτοντας με νόημα: «Θα μπορούσαμε να είχαμε μια συμφωνία αντί να στείλουμε τα B-2 για να εξουδετερώσουν το πυρηνικό τους δυναμικό. Και χρειάστηκε να στείλουμε τα B-2».

Παρά τις απειλές, η διπλωματία επιχειρεί να βρει μια χαραμάδα ελπίδας στη Γενεύη. Οι έμμεσες συνομιλίες ξεκίνησαν με τη μεσολάβηση του Ομάν, με τη συμμετοχή του Αμερικανού απεσταλμένου Στιβ Γουίτκοφ και του Τζάρεντ Κούσνερ, ενώ την ιρανική πλευρά εκπροσωπεί ο υπουργός Εξωτερικών, Αμπάς Αραγτσί. Η πρόοδος, ωστόσο, παραμένει μετέωρη, καθώς η Τεχεράνη ζητά από την Ουάσιγκτον να εγκαταλείψει τις «μη ρεαλιστικές απαιτήσεις», την ίδια ώρα που οι αμερικανικές δυνάμεις στην περιοχή ενισχύονται.

Στο εσωτερικό του Ιράν, η κατάσταση παραμένει εκρηκτική και βαθιά τραυματισμένη. Η χώρα ετοιμάζεται για τελετές μνήμης σε εθνικό επίπεδο, καθώς η κυβέρνηση αναγνώρισε την τραγική απώλεια 3.117 πολιτών στις βίαιες συγκρούσεις της 8ης και 9ης Ιανουαρίου. «Όλοι πενθούμε», ανέφερε το υπουργικό συμβούλιο σε μια σπάνια συναισθηματική δήλωση. «Η ζωή κάθε Ιρανού συμπατριώτη μας είναι πολύτιμη και η απώλειά τους είναι οδυνηρή».

Την ίδια στιγμή, το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης προσδίδει πολιτικό πρόσημο στο πένθος. Η 40η ημέρα μνήμης των θυμάτων περιγράφεται ως μια στρατηγική στιγμή εθνικής αποφασιστικότητας ενάντια σε ένα «πολύπλοκο σχέδιο των ΗΠΑ και του Ισραήλ» που στόχευε στην αποσταθεροποίηση του Ιράν. Οι δύο χώρες κάθονται ξανά στο τραπέζι μετά την κλιμάκωση της 6ης Φεβρουαρίου στη Μουσκάτ, σε μια προσπάθεια να αποφευχθεί μια ολοκληρωτική σύγκρουση που μοιάζει πιο κοντά από ποτέ.