Πρίγκιπας Χάρι: «Θέλω να τα ξαναβρούμε» – Η εξομολόγηση για τον Κάρολο και τον Ουίλιαμ που αλλάζει τα δεδομένα

Πρίγκιπας Χάρι: «Θέλω να τα ξαναβρούμε» - Η φωνή της συμφιλίωσης

Κόσμος
Δημοσιεύθηκε  · 6 λεπτά ανάγνωση

Στις 20 Οκτωβρίου, ο πρίγκιπας Χάρι έδωσε μια σπάνια και βαθιά συνέντευξη στο GQ, στο πλαίσιο της νέας σειράς «One More Question», η οποία εστιάζει στο πένθος. Ο 42χρονος πρίγκιπας μίλησε με απρόσδιτη ειλικρίνεια για την οικογένειά του, τον βασιλιά Κάρολο, τον πρίγκιπα Ουίλιαμ και την επιθυμία του να αφήσει πίσω τη μακρά σύγκρουση. «Θέλω να τα ξαναβρούμε», δήλωσε χαρακτηριστικά, αναφερόμενος στις οικογενειακές σχέσεις που έχουν διαρραγεί, και όταν τον ρώτησαν αν το εννοεί, πρόσθεσε: «Για μένα η συμφιλίωση είναι το σημαντικότερο».

Η φράση αποκτά ιδιαίτερο βάρος γιατί έρχεται σε περίοδο που ο Χάρι και η Μέγκαν Μαρκλ έχουν επιστρέψει στη Βρετανία μαζί με τα δύο παιδιά τους, τον Άρτσι, 7 ετών, και τη Λίλιμπετ, 5 ετών. Οι μικρόι έχουν ήδη συμπληρώσει δύο εβδομάδες στο νέο τους βρετανικό σχολείο και, όπως είπε ο πατέρας τους, «απολαμβάνουν την εμπειρία». Ο Χάρι εξήγησε ότι η επιστροφή δεν οφείλεται μόνο σε πρακτικούς λόγους, αλλά και στην επιθυμία των παιδιών να γνωρίσουν τη χώρα όπου μεγάλωσε και να έχουν άμεση σχέση με την οικογενειακή και πολιτισμική τους ιστορία. «Ήθελα να βρίσκομαι πιο κοντά στην οικογένειά μου και να μπορώ να περνάω περισσότερο χρόνο στη Βρετανία», τόνισε, αντί για τις σύντομες επισκέψεις του παρελθόντος. Η απόφαση πάρθηκε σχετικά γρήγορα, όταν οι συνθήκες έδειξαν ότι ήταν η κατάλληλη στιγμή.

Ο πρίγκιπας αναγνώρισε ότι οι λόγοι που οδήγησαν στην αποχώρησή του από τα βασιλικά καθήκοντα εξακολουθούν να υπάρχουν στη μνήμη του, αλλά υποστήριξε ότι η στάση τους έχει αλλάξει. Θέλει να μπει μια γραμμή ανάμεσα στην προηγούμενη περίοδο και το παρόν, αναφερόμενος τόσο στη δική του οικογένεια όσο και στον βρετανικό Τύπο. «Υπάρχει αρκετό δράμα στον κόσμο και αρκετό δράμα στις ζωές των ανθρώπων», είπε, εξηγώντας γιατί δεν θέλει να συνεχίσει να κουβαλά οικογενειακές συγκρούσεις. Σε ερώτηση αν πιστεύει ότι η συμφιλίωση είναι εφικτή, απάντησε: «Είμαι αισιόδοξος. Είμαι ελπιδοφόρος. Δεν είμαι αφελής».

Το ζήτημα συνδέεται, όπως εξήγησε, με τον αμοιβαίο σεβασμό: μπορεί να δείξει σεβασμό στους άλλους όταν εκείνοι σέβονται τον ίδιο και τη θέση της δικής του οικογένειας. Η συζήτηση επέστρεψε πολλαπλές φορές στην πριγκίπισσα Νταϊάνα. Ο Χάρι εξήγησε ότι χρειάστηκαν πολλά χρόνια για να καταλάβει τι είχε συμβεί μέσα του μετά τον θάνατό της, όταν ήταν μόλις 12 ετών. Για μεγάλο διάστημα δεν μπορούσε να επιτρέψει στον εαυτό του να πενθήσει πραγματικά. Η θεραπεία άλλαξε τη σχέση του με το πένθος, του δίνοντας, όπως περιέγραψε, «την άδεια να παραδεχτεί ότι ο θάνατος της μητέρας του τον είχε πληγώσει και ότι είχε δικαίωμα να κλάψει». Για περίπου δύο δεκαετίες δεν είχε κλάψει — όχι γιατί δεν ένιωθε, αλλά γιατί είχε ουσιαστικά μουδιάσει συναισθηματικά.

Σήμερα η κατάσταση είναι διαφορετική. Είναι πιο συνδεδεμένος συναισθηματικά με φίλους, οικογένεια και κυρίως τα παιδιά του, αν και αυτό έχει κόστος: είναι πλέον πιο ευαίσθητος σε γεγονότα που παλαιότερα αντιμετωπίζει με μεγαλύτερη απόσταση. Περιέγραψε το πένθος όχι ως κάτι που τελειώνει, αλλά ως κατάσταση με την οποία μαθαίνει κανείς να ζει. Σε ένα από τα πιο προσωπικά σημεία, μίλησε για την τελευταία επικοινωνία με τη μητέρα του: «Αν γνώριζε τότε πως εκείνο το τηλεφώνημα θα ήταν το τελευταίο τους, η συζήτηση θα ήταν διαφορετική». Το βάρος αυτής της σκέψης έμεινε για χρόνια. Σήμερα, ως πατέρας δύο παιδιών, βλέπει τη στιγμή από διαφορετική θέση: θυμάται ότι ήταν ένα 12χρονο που ήθελε να φύγει για να παίξει με τα ξαδέλφια του.

Η σχέση του με τη μνήμη της Νταϊάνας έχει αλλάξει. Την σκέφτεται σχεδόν καθημερινά, χωρίς απαραίτητα να βυθίζεται σε βαθιά επεξεργασία. Οι σκέψεις είναι απλές: «του λείπει, αναρωτιέται πώς θα ήταν ο κόσμος αν εκείνη ζούσε και πώς θα ήταν η δική του οικογένεια αν η μητέρα του είχε γνωρίσει τα παιδιά του». Για χρόνια φοβόταν ότι αν σταματούσε να πονά, θα έχανε ένα κομμάτι της μνήμης της. Υπήρχε η σκέψη ότι αν ξαναγινόταν χαρούμενος, θα ήταν σαν να πρόδιδε τη μνήμη της. Σήμερα βλέπει τα πράγματα διαφορετικά: η μνήμη της Νταϊάνας δεν χρειάζεται να συνδέεται αποκλειστικά με τον πόνο. Αυτό είναι βασικό μήνυμα της νέας του MasterClass για το πένθος, η οποία δημιούργησε μαζί με την ειδικό Mary-Frances O'Connor. Ο Χάρι περιγράφει τον εαυτό του ως «μαθητή του πένθους», όχι ως κάποιον που έχει όλες τις απαντήσεις.

Η συζήτηση πήρε προσωπική τροπή όταν τέθηκε το θέμα της υγείας του βασιλιά Καρόλου. Ο Χάρι είπε ότι ο πατέρας του αναρρώνει και μίλησε για το διαφορετικό είδος φόβου που δημιουργεί η ασθένεια ενός γονέα. Έχοντας χάσει τη μητέρα του ξαφνικά, γνωρίζει από πρώτο χέρι τι σημαίνει να χάνεις έναν γονιό χωρίς προετοιμασία. Φίλοι που έχουν χάσει και τους δύο γονείς τους τον έχουν κάνει να σκέφτεται διαφορετικά την απώλεια. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η επιθυμία για συμφιλίωση με τον Κάρολο και τον Ουίλιαμ αποκτά μεγαλύτερο βάρος. Δεν είπε ότι η σχέση έχει αποκατασταθεί, αλλά ξεκάθαρα ότι θα ήθελε να συμβεί.

Η πατρότητα επανήλθε συχνά. Στα 42 του, κοιτάζει διαφορετικά τη δική του παιδική ηλικία: τι πήρε από τους γονείς του, τι μεταφέρθηκε μέσω του τρόπου που μεγάλωσε, τι θέλει να κρατήσει ή να αλλάξει. Μίλησε για την προσπάθειά του να σπάσει κύκλους και να είναι πιο διαθέσιμος συναισθηματικά στον Άρτσι και τη Λίλιμπετ. Η ευαλωτότητα, όπως είπε, θεωρεί πλέον δύναμη και όχι αδυναμία. Ως πατέρας, δεν θέλει τα παιδιά του να πιστεύουν ότι είναι άτρωτος — θέλει να γνωρίζουν ότι μπορεί να έχει συναισθήματα, φόβους και δύσκολες ημέρες. Αυτό συνδέεται άμεσα με την επιστροφή στη Βρετανία: θέλει τα παιδιά να γνωρίσουν έναν τόπο που αποτελεί ταυτόχρονα πατρίδα, παιδική ηλικία, οικογένεια και πηγή δύσκολων αναμνήσεων.

Ο Χάρι μίλησε και για τη δεκαετία στον στρατό, η οποία χαρακτήρισε σημαντικό κεφάλαιο. Τώρα καταλαβαίνει ότι λειτουργούσε ως τρόπος διαφυγής. Όταν ήταν νεότερος, δεν αντιλαμβανόταν από τι προσπαθούσε να ξεφύγει. Η ένταση, η πειθαρχία και το περιβάλλον του στρατού του έδιναν τρόπο να διοχετεύει όσα κουβαλούσε. Χρόνια αργότερα, μέσω θεραπείας και αυτογνωσίας, κατάλαβε ότι μέρος του τραύματος που εκδηλώνεται αργότερα μπορεί να έχει ρίζες στην παιδική ηλικία.

Η σχέση του με τα μέσα ενημέρωσης ήταν αναπόφευκτη. Υπερασπίστηκε την επιλογή του να μιλά δημόσια για τη ζωή του: προτιμά να αφηγείται ο ίδιος την ιστορία του αντί να αφήνει άλλους να δημιουργούν εκδοχές. «Όταν μένω σιωπηλός, οι ιστορίες γύρω από το όνομά μου δεν σταματούν. Συνεχίζονται, ακόμη κι όταν θεωρώ ότι είναι ανακριβείς», δήλωσε. «Γιατί να μην πω ένα μέρος της ιστορίας μου;», είναι ουσιαστικά το επιχείρημά του. Αναγνωρίζει την αντίφαση: πολλοί έχουν μιλήσει για τη ζωή του, έχουν γράψει βιβλία και παρουσιάσει την εκδοχή τους, ενώ όταν το κάνει ο ίδιος κατηγορείται ότι εκθέτει προσωπικές πληροφορίες.