Νόμπελ Ειρήνης: Όταν το βραβείο γίνεται όπλο πολέμου – Παραδείγματα
Στην προσπάθειά της να αναλάβει την ηγεσία της Βενεζουέλας, η Μαρία Κορίνα Ματσάδο επισκέφθηκε τον Λευκό Οίκο και πρόσφερε στον πρόεδρο των ΗΠΑ το Νόμπελ Ειρήνης που της απονεμήθηκε τον Δεκέμβριο. Δυστυχώς, δεν είναι η πρώτη φορά που βραβευμένοι με Νόμπελ εμπλέκονται σε πολέμους ή υποστηρίζουν βίαιες ανατροπές κυβερνήσεων.
Ο Ντόναλντ Τραμπ εξήρε τη «υπέροχη χειρονομία» της επικεφαλής της αντιπολίτευσης της Βενεζουέλας, όταν η Ματσάδο του προσέφερε το μετάλλιο του Νόμπελ Ειρήνης κατά τη διάρκεια συνάντησής τους στον Λευκό Οίκο. «Η Μαρία μου έδωσε το βραβείο Νόμπελ Ειρήνης για το έργο που έφερα σε πέρας», δήλωσε ο Τραμπ.
Ας δούμε μερικές προσωπικότητες της ιστορίας που επέτυχαν το «ειρηνικό τους έργο» με τίμημα εκατομμύρια αμάχους:
Το 1978, η επιτροπή Νόμπελ απένειμε το βραβείο στον πρωθυπουργό του Ισραήλ, Μεναχέμ Μπεγκίν. Υπήρξε ηγέτης της ακραίας σιωνιστικής οργάνωσης Irgun, η οποία το 1946 ανατίναξε το ξενοδοχείο King David στην Ιερουσαλήμ, τότε έδρα της βρετανικής διοίκησης, σκοτώνοντας 91 άτομα και τραυματίζοντας 46. Οι δραστηριότητες της Irgun χαρακτηρίστηκαν ως τρομοκρατικές από την βρετανική MI5, το Σιωνιστικό Κογκρέσο του 1946 και την «Εβραϊκή Οργάνωση για το Ισραήλ» (“Jewish Agency for Israel”). Ο Μπέγκιν «τίμησε» το βραβείο διατάσσοντας την εισβολή στον Λίβανο το 1982 για να πολεμήσει τα οχυρά της ΟΑΠ, πυροδοτώντας τον πόλεμο του Λιβάνου το 1982. Η ισραηλινή βία οδήγησε στην ίδρυση της Χεζμπολάχ, όπως έχουν παραδεχτεί και οι Ισραηλινοί.
Εγχώριοι σύμμαχοι των Ισραηλινών, οι ανεξέλεγκτοι Φαλαγγίτες, έλαβαν εντολή από τις Ισραηλινές Αμυντικές Δυνάμεις να εκκαθαρίσουν τους μαχητές της ΟΑΠ στη Δυτική Βηρυτό. Παρά το γεγονός ότι οι Ισραηλινοί ενημερώνονταν για τις σφαγές που διέπρατταν οι Φαλαγγίτες, δεν έκαναν καμία ενέργεια για να τις αποτρέψουν. Η διεθνής κατακραυγή σηματοδότησε την αρχή του πολιτικού του τέλους, με αποτέλεσμα την απομόνωσή του και την παραίτησή του τον Οκτώβριο του 1983.
Ο Χένρι Κίσινγκερ βραβεύτηκε με το Νόμπελ Ειρήνης για τον τερματισμό του Πολέμου στο Βιετνάμ, ωστόσο ο ρόλος του στον συγκεκριμένο πόλεμο ήταν καθοριστικός. Ενώ διανοούμενοι της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής επέκριναν τον πόλεμο, ο Κίσινγκερ τον υποστήριξε πριν μπει στην κυβέρνηση και τον παρέτεινε στη συνέχεια, γνωρίζοντας ότι δεν μπορούσε να κερδηθεί.
Η ίδια η σελίδα του Nobel Prize αναφέρει ότι επικριτές τον θεωρούν εν μέρει υπεύθυνο για τον παράνομο βομβαρδισμό Καμπότζης και Λάος. Άρα, παρά τη βράβευσή του για «ειρήνη», αποτελεί γνήσιο παράδειγμα του ξεπλύματος υπεύθυνων πολιτικών για εγκλήματα πολέμου. Ήταν επίσης ο άνθρωπος-κλειδί για την επιβολή της δικτατορίας του Αουγκούστο Πινοσέτ στη Χιλή, τον Σεπτέμβριο του 1973.
Μετά το βραβείο, η προεδρία του Μπαράκ Ομπάμα συνδέθηκε με στρατιωτική δράση στη Λιβύη (2011), που προκάλεσε εσωτερικές πολιτικές αντιδράσεις στις ΗΠΑ. Παράλληλα, τεκμηριώνεται μεγάλη κλιμάκωση των drone strikes σε πολλαπλά θέατρα επιχειρήσεων σε σχέση με την προηγούμενη διοίκηση. Έτσι, ο Ομπάμα στην πραγματικότητα παρέτεινε πολέμους και συντέλεσε στην επικράτηση εσωτερικού χάους.
Ο πόλεμος στο Τιγκράι ξεκίνησε τον Νοέμβριο του 2020, όταν η ομοσπονδιακή κυβέρνηση προχώρησε σε στρατιωτική επιχείρηση κατά των δυνάμεων της περιοχής, με τον πρωθυπουργό της Αιθιοπίας Άμπιι Αχμέτ να απορρίπτει εκκλήσεις για αποκλιμάκωση. Διεθνείς αποτιμήσεις περιγράφουν την έναρξη της σύγκρουσης ως επίθεση της κυβέρνησης που εξελίχθηκε σε μακρόχρονο πόλεμο με τεράστιο ανθρωπιστικό κόστος.
Η Αούνγκ Σαν Σου Κι έλαβε το Νόμπελ Ειρήνης το 1991, αλλά σχεδόν τρεις δεκαετίες αργότερα, τον Δεκέμβριο του 2019, εμφανίστηκε στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης (ICJ) ως εκπρόσωπος της Μιανμάρ, στη δίκη που είχε φέρει η Γκάμπια για παραβίαση της Σύμβασης για τη Γενοκτονία σχετικά με την εκστρατεία του 2017 κατά των Ροχίνγκια.
Στην αγόρευσή της χαρακτήρισε τις κατηγορίες γενοκτονίας «ελλιπείς και παραπλανητικές» και υποστήριξε ότι οι επιχειρήσεις παρουσιάζονταν μονομερώς, ζητώντας ουσιαστικά να μην “σταθεί” το αφήγημα της γενοκτονικής πρόθεσης. Οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατέγραψαν ότι η ίδια ζήτησε από το Διεθνές Ποινικό Δικστήριο να απορρίψει την υπόθεση, τονίζοντας την αντίφαση: μια πρώην σύμβολο δικαιωμάτων να υπερασπίζεται τον στρατό της χώρας της. Ρεπορτάζ υπενθυμίζουν πως η υπόθεση αφορά την καταστολή που οδήγησε σε φυγή εκατοντάδων χιλιάδων Ροχίνγκια προς το Μπανγκλαντές, με τον ΟΗΕ να μιλά για πράξεις που περιλαμβάνουν πράξεις γενοκτονίας.
Σήμερα, η ίδια δεν εκπροσωπεί πλέον τη Μιανμάρ, καθώς βρίσκεται φυλακισμένη μετά το πραξικόπημα του 2021, αλλά το Διεθνές Δικαστήριο και τα ΜΜΕ συνεχίζουν να την αναφέρουν ως το πρόσωπο που είχε αναλάβει τη δημόσια υπεράσπιση της χώρας στην έναρξη της υπόθεσης.
Οι παραπάνω είναι μόνο ελάχιστοι από τους Νομπελίστες που στήριξαν πολέμους, ακόμα και τη ναζιστική Γερμανία.